Loading...

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Αναφορά στο σύντροφο Λάμπρο Φούντα


Ο αγώνας όσων παλεύουν ενάντια σε κάθε μορφής εξουσία, που αγωνιούν για κάθε «στιγμή» που δεν πρέπει να «πάει χαμένη» και διατηρούν με πείσμα την πεποίθηση ότι δεν είμαστε αδύναμοι να στεριώσουμε έναν κόσμο ελεύθερο και ανεξούσιο, απέχει από κάθε είδους μυθολογία όσο η γη από το φεγγάρι.

Ο αγώνας αυτός είχε, έχει και θα έχει αμέτρητους νεκρούς, αιχμάλωτους, αλλά και ανθρώπους που παραιτούνται γιατί χάνουν τις ελπίδες τους ή συμβιβάζονται γιατί η εξουσία βρήκε την «μικρή» ή την «μεγάλη» τιμή για να τους αγοράσει.

Όποιοι, λοιπόν, ψάχνουν για αγιογραφίες, για μάρτυρες ή για σωτήρες, για ήρωες και «ιερά τέρατα», δεν διαφέρουν τελικά σε τίποτα από εκείνους, που δεν χάνουν ευκαιρία να δείχνουν με το δάκτυλο τούς «τυχοδιώκτες», «τα απολωλότα πρόβατα», τους «ύποπτα παρεκκλίνοντες», τους πολιτικά «χαμένους από χέρι». Αναλώσιμα τα «υπερβατικά όντα» που εικονίζουν οι μεν, αναλώσιμοι και οι «ακραίοι» από τους οποίους διαχωρίζονται οι δε. Και στην μια περίπτωση και στην άλλη το ζητούμενο είναι η λήθη όσο και αν ευαγγελίζονται το αντίθετο οι υπέρμαχοι της μιας ή της άλλης κατηγορίας. Για «θυσιασμένους» μιλούν «εκστασιασμένοι» οι μεν, τα όρια της «απώλειας» προσδιορίζουν και οι δε με πολιτική ευλάβεια. Εξ ίσου ελάχιστη σημασία έχει αν η σύγκλιση επιτυγχάνεται λόγω φανατισμού ή ψευδαισθήσεων, άγνοιας ή σκοπιμότητας, για λόγους πολιτικής επιβίωσης και προβολής ή εν μέσω ασκήσεων δογματισμού. Φωνασκούν οι εν λόγω «αντιτιθέμενοι» για να πείσουν ότι έχουν «ανοιχτούς λογαριασμούς» μεταξύ τους, αλλά η απάτη δύσκολα μπορεί να κρυφθεί.

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Sacco και Vanzetti: 82 χρόνια από την καταδίκη των δύο θρυλικών αναρχικών



Γράφει η Καλιόπη Αλαχούζου:


Στα μέσα Απριλίου 1920, η δολοφονία ενός ταμία και ενός φύλακα εργοστάσιου στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, για λεία 15,776 δολαρίων, αποτέλεσε το σημείο έναρξης μιας θρυλικής ιστορίας. Τρεις εβδομάδες αργότερα, οι αστυνομικές αρχές, βασισμένες μάλλον σε ενδείξεις παρά σε αποδείξεις, προχώρησαν στη σύλληψη δυο υπόπτων. Πρόκειται για τους διακεκριμένους αναρχικούς Ιταλούς μετανάστες Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti.Ο Nicola Sacco ήταν τσαγκάρης, γεννημένος στην επαρχία Foggia της Ιταλίας, ο οποίος σε ηλικία 17 ετών μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Ο Bartolomeo Vanzetti, ιχθυοπώλης γεννημένος στη Β. Ιταλία, μετανάστευσε στις ΗΠΑ στην ηλικία των 20. Και οι δυο άντρες έφτασαν στις ΗΠΑ την ίδια χρονιά αλλά πέρασαν 9 χρόνια μέχρι να συναντηθούν.

Αμφότεροι οι άντρες ήταν οπαδοί του Luigi Galleani, ενός Ιταλού αναρχικού που υποστήριζε την επαναστατική βία. Την εποχή εκείνη οι Ιταλοί αναρχικοί βρισκόταν στην κορυφή της λίστας των "επικίνδυνων εχθρών της κυβέρνησης" και είχαν πολλάκις κατηγορηθεί για βομβιστικές επιθέσεις και απόπειρες δολοφονίας. Ο ίδιος ο Galleani απελάθηκε από τις ΗΠΑ στις 24 Ιουνίου του 1919.

Μια αλυσίδα γεγονότων, για τα οποία εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά ερωτηματικά, οδηγεί την αστυνομία στο να στήσει καρτέρι σε ένα γκαράζ όπου τρεις άντρες θα παραλάμβαναν ένα όχημα, για το οποίο οι αρχές πίστευαν ότι βρισκόταν στον τόπο της δολοφονίας του φύλακα στο έγκλημα στο εργοστάσιο των Slatter and Morrill. Οι δυο από τους τρεις άντρες συλλαμβάνονται ως ύποπτοι: πρόκειται για τους Bartolomeo Vanzetti και Nicola Sacco.

Giuseppe «Pino» Pinelli και Pietro Valpreda


Δημοσιεύουμε εδώ 2 κείμενα που μας μεταφέρουν στο σκηνικό του 1969 στην Ιταλία. Η στρατηγική της έντασης έχει ήδη ξεκινήσει και ο Πινέλι κι ο Βαλπρέντα, γνωστοί αναρχικοί, βρίσκονται στη δίνη της καταστολής, ο πρώτος μάλιστα δολοφονείται. Οι σημειώσεις είναι δικές μας.


Α. Giuseppe «Pino» Pinelli (1928-1969): το 17ο θύμα της βόμβας στην πλατεία Φοντάνα

Του Πάολο Φίντζι

[Η 12η Δεκεμβρίου είναι η επέτειος από την έκρηξη βόμβας στην πλατεία Φοντάνα, που διοργανώθηκε από νέο-φασίστες σε συνεργασία με τις Ιταλικές μυστικές υπηρεσίες. Δεκαέξι άνθρωποι δολοφονήθηκαν. Το δέκατο έβδομο θύμα ήταν ο αναρχικός σιδηροδρομικόες, Τζιουζέπε Πινέλι, που κατηγορήθηκε και μετά δολοφονήθηκε από την αστυνομία. Ο θάνατός του – και η διένεξη και οι δίκες που ακολούθησαν – αποκάλυψαν τη στρατηγική της έντασης: ο Πινέλι ήταν αθώος, η Πιάτσα Φοντάνα ήταν ένα μακελειό που έγινε από το κράτος]

Γεννήθηκε στο Μιλάνο στις 21 Οκτωβρίου 1928 από τον Αλφρέντο Πινέλι και τη Ρόζα Μαλακάρνε. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο πατρικό προάστιο της πόλης Πόρτα Τιτσινέζε. Αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο έπρεπε ν’ αρχίσει να δουλεύει, αρχικά σα σερβιτόρος και μετά σαν αποθηκάριος. Συνέχισε να διαβάζει: αυτή ήταν μια αγαπημένη του συνήθεια.

ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΒΑΘΑΙΝΕΙ Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΣΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΚΟΚΑ, ΑΛΚΟΟΛ Ή ΚΑΙ ΧΑΣΙΣΙ!


ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΕΛΕΓΧΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ,

ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΕΛΛΕΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΕΞΑΡΤΗΣΕΙΣ

Οι ανθρώπινες σκιές που σέρνονται από πιάτσα σε πιάτσα, οι αποστεωμένες φιγούρες, που κοκαλώνουν σε κάποιο παγκάκι ή στα «υποβαθμισμένα» στενά του λεγόμενου ιστορικού κέντρου της Αθήνας, οι χιλιάδες «καταραμένοι», που λόγω της φτώχιας θα ζητιανέψουν για την δόση τους ή θα κλέψουν, πληθαίνουν συνεχώς.

Είναι γεγονός πέρα από κάθε αμφιβολία ότι το κράτος εδώ και καιρό δεν διαχειρίζεται μόνο τη διατήρηση αυτής της κατάστασης, αλλά και τους όρους μιας άνευ προηγούμενου εξάπλωσής της. Σ’ αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση συντείνουν τόσο η εξασφάλιση της σιωπής, όσο και η μετατόπιση του «ενδιαφέροντος» στις «παρενέργειες» της παρουσίας πλήθους τοξικοεξαρτημένων στο λεγόμενο ιστορικό κέντρο της πόλης.

Έτσι, οι πάνω από 300 νεκροί από ηρωίνη τον χρόνο δεν απασχολούν καν τα μονόστηλα των εφημερίδων, ενώ το «θέμα» φαίνεται ότι έχει χαρακτηριστεί ως «απαγορευμένο» ακόμα και για την «πιάτσα» των «ειδημόνων». Δεν είναι, λοιπόν, να απορεί κανείς, γιατί απουσιάζουν εκκωφαντικά αφίσες ενάντια στην νάρκωση και την εξάρτηση από κάθε λογής ουσίες, ή που σπανίζουν τα σποτάκια στην τηλεόραση σε σχέση με το «ζήτημα» και δεν θα αντιληφθεί κανενός είδους συστηματική προσπάθεια να αναδειχθεί το μέγεθος και οι επιπτώσεις αυτού του πραγματικού πολέμου με «θύματα» εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.

Η ΝΑΡΚΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΦΥΛΑΚΗ


Τι μας επιβάλλεται;

Η ανασφάλεια, η πλήξη, η παραίτηση, η εξάρτηση, ο αποπροασανατολισμός, ο φόβος, το άγχος, η αγωνία για την επιβίωση ο συμβιβασμός, η παραίτηση, η υπακοή, η υποταγή…

Πότε και από ποιούς μας επιβάλλονται;

Σχολείο, πανεπιστήμιο, στρατός, καταναγκαστική εργασία… Γιατί μας επιβάλλονται; Μπορεί η απάντηση να φαίνεται απλοϊκή… ,μα για να αφαιρέσουν κάθε ψήγμα ελευθερίας, ανυποταξίας και ανθρωπιάς, για να κυριαρχούν και να εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους ανενόχλητοι. Να τους υποτάξουν.

Όμως για πολλούς ανθρώπους, αυτά δεν πιάνουν… και συνεχίζουν να τα αντιμάχονται, συνεχίζουν να αναζητούν την ελευθερία τους.

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Ουϊλλιαμ Γκόντγουϊν


Ουϊλλιαμ Γκόντγουϊν (William Godwin, Wisbech, 3 Μαρτίου 1756 – London, 7 Απριλίου 1836).

Άγγλος ριζοσπάστης συγγραφέας, δημοσιογράφος, επιφυλλιδογράφος, εκδότης και βιβλιοπώλης, θεωρητικός πατέρας του φιλοσοφικού Αναρχισμού.

ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Γεννήθηκε στο Wisbech του Cambridgeshire, το 7ο από τα 13 παιδιά της ευκατάστατης οικογένειας του πρεσβυτεριανού κληρικού Τζων Γκόντγουϊν (John Godwin) και της Άννας Χαλ (Anna Hull). Μεγάλωσε στο Νόργουϊτς (Norwich), όπου είχε μετατεθεί ο πατέρας του και μετά σπούδασε στο πρεσβυτεριανό κολλέγιο του Χόξτον (Hoxton) και θήτευσε και ο ίδιος ως πάστορας στο Λονδίνο κατά την περίοδο 1778 – 1783. Παρά και την θεολογική του παιδεία και την ιδιότητα του κληρικού, ήδη από το 1783 είχε σταφεί προς τον πολιτικό ριζοσπαστισμό (εγκαταλείποντας το επάγγελμα του κληρικού) και τελικά το 1787, όταν υιοθέτησε μετά από ένα σεμινάριο τις ιδέες του Γαλλικού Διαφωτισμού, μελέτησε Ρουσσώ (Rousseau), Ελβέτιο (Helvetius) και Βαρώνο του Χόλμπαχ, εγκατέλειψε οριστικά τον καλβινισμό και γενικότερα τον Χριστιανισμό για να ασπαστεί έναν χαλαρό «ντεϊσμό» που πολλές φορές πλησίαζε τα όρια του αγνωστικισμού.

Μικρή αναφορά στο σύντροφο Χριστόφορο Μαρίνο


" Όλα τα ρολόγια δείχνουν τους ανέμους που θα 'ρθουν..."


Ο θάνατος είναι στοιχείο της ζωής .

Ότι υπάρχει πεθαίνει και γίνεται κάτι καινούριο . Αναρχικοί και μη , όλοι πεθαίνουμε . Ο θρήνος για την απώλεια συντρόφων , φίλων , αγαπημένων ανθρώπων είναι φυσιολογικός . Ο θρήνος για την απώλεια του οικείου είναι εκδήλωση της ανθρώπινης ευαισθησίας . Ωστόσο , ο ανθρωπισμός των αναρχικών μπορεί να χωρέσει κάθε οδύνη , εισάγοντας τους φυσικά μέσα στο καζάνι των συγκεκριμένων καταστάσεων , αλλά κοιτάει βαθιά στα κοινωνικά και ιστορικά θεμέλια και στις παρούσες υλικές συνθήκες της οδύνης , αναζητώντας πρακτικές απαντήσεις συνεπείς σε μια γενική προοπτική απελευθέρωσης από την τυραννικότητα .

Η σχέση με τον θάνατο βρίσκεται στον πυρήνα κάθε κοινωνίας .

Το κράτος επιχειρεί να ελέγχει τη ζωή κατέχοντας ισχύ πάνω στον θάνατο των υπηκόων του , των ξένων , των εχθρών του και των αρνητών του . Από την κοινή εμπειρία αυτού του καθεστώτος φόνων και τρόμου αναδύεται σε κάθε ατομική συνείδηση ένα υπαρξιακό δίλλημα , μια αναπόφευκτη επιλογή : η παραγνώριση της βαρβαρότητας , η σύμπλευση με το νόμο και η συναίνεση ή και συμμετοχή στις διακλαδώσεις αυτού του απάνθρωπου πολιτισμού ή η εξέγερση και η ηθική στράτευση στον αγώνα ενάντια στην εξουσία .