Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νόαμ Τσόμσκυ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νόαμ Τσόμσκυ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

Νόαμ Τσόμσκυ: Περί αναρχισμού


Η συνέντευξη αυτή περιλαμβάνεται στο βιβλίο "RADICAL PRIORITIES" που αποτελεί συλλογή άρθρων και συνεντεύξεων του Ν. Τσόμσκυ. Η συνέντευξη του Νόαμ Τσόμσκυ πρωτοεκδόθηκε στην Αθήνα τον Γενάρη του 1988 από τις Αυτόνομες Εκδόσεις, σε μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο της Λήδας Πομόνη. Ξανακυκλοφόρησε το Φθινόπωρο του 1996 από τις εκδόσεις για μια Ελευθεριακή Κουλτούρα, που είχαν και την τεχνική επιμέλεια της παρούσας έκδοσης.

Καθηγητή Τσόμσκυ, ίσως θα έπρεπε στην αρχή να προσδιορίσουμε τι δεν εννοείται με τον αναρχισμό - εξ' άλλου η λέξη αναρχία κατάγεται από την ελληνική κατά γράμμα έννοια της απουσίας κυβέρνησης. Αυτοί που μιλούν για αναρχία ή για αναρχισμό σαν σύστημα πολιτικής φιλοσοφίας, πιθανώς δεν εννοούν μόνο ότι η εξουσία, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, θα πάψει ξαφνικά να υπάρχει από την επόμενη πρωτοχρονιά, ότι δηλαδή θαπάψουν να υπάρχουν αστυνομία, οδικοί κανόνες, νόμοι, φοροεισπράκτορες, ταχυδρομεία κ.λ.π.. Ίσως να σημαίνει κάτι πολύ πιο περίπλοκο απ' αυτό.

Σε ορισμένα από τα παραπάνω σημεία συμφωνώ, σε άλλα όμως όχι. Μπορεί βέβαια να εννοούν, και πολύ καλά κάνουν, όχι αστυνομία, αλλά δεν νομίζω ότι ισχύει το ίδιο και για τους οδικούς κανόνες. Όμως προτείνω ν' αρχίσουμε λέγοντας ότι αν και ο όρος αναρχισμός καλύπτει ένα ολόκληρο φάσμα πολιτικών ιδεών, προτιμώ να τον σκέφτομαι όπως η ελευθεριακή αριστερά και απ' αυτή την οπτική γωνία μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα είδος εθελούσίου σοσιαλισμού, δηλαδή, όπως ο ελευθεριακός σοσιαλιστής, αναρχοσυνδικαλιστής ή αναρχοκομμουνιστής, ακολουθώντας την παράδοση του Μπακούνιν, του Κροπότκιν και άλλων. Αυτοί είχαν στο μυαλό τους μια εξαιρετικά οργανωμένη κοινωνία, αλλά με βάση τις οργανικές μονάδες, τις οργανικές κοινότητες, και μ' αυτό γενικά εννοούσαν το χώρο δουλειάς και τη γειτονιά. Απ' αυτές τις δύο βασικές μονάδες και μέσα αποομοσπονδιακές ρυθμίσεις, είναι δυνατό να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο είδος κοινωνικής οργάνωσης, εθνικό κι ακόμα διεθνές σε έκταση. Η δε λήψη των αποφάσεων θα γίνεται πάνω σε μια ουσιαστική κατεύθυνση από αντιπροσώπους που ανήκουν στην οργανική κοινότητα από την οποία προέρχονται, στην οποία επιστρέφουν και στην οποία στην πραγματικότητα ζουν.

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ιδιότυπος «αντιθεωρητισμός» του Νόαμ Τσόμσκυ


Από τότε που o Νόαμ Τσόμσκυ αποφάσισε, στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και προτού η δυναμική των κοινωνικών κινημάτων βελτιώσει το κλίμα για την ενεργή ενασχόληση των πανεπιστημιακών με τα κοινά, να εγκαταλείψει τις προοπτικές της απρόσκοπτης πορείας που θα του εξασφάλιζε η ακαδημαϊκή καταξίωσή του στη γλωσσολογία και να αφιερωθεί παράλληλα στην πολιτική και στον ακτιβισμό (διοργανώνοντας νυχτερινά σεμινάρια για εργαζόμενους, συμμετέχοντας ενεργά σε τοπικά συμβούλια και σε συζητήσεις με μέλη συνδικάτων, σωματείων και ενοριών, περνώντας αμέτρητες ώρες τη βδομάδα απαντώντας σε επιστολές και e-mail, συγγράφοντας βιβλία και άρθρα, ταξιδεύοντας ανά τον κόσμο δίνοντας διαλέξεις και συνομιλώντας με ανθρώπους, αλλά και προβαίνοντας σε πράξεις πολιτικής ανυπακοής) έχει γίνει αντικείμενο κριτικής από ολόκληρο το ιδεολογικό φάσμα της διανόησης.

Η κριτική που ασκείται σε βάρος του έφτασε στο επίπεδο της λασπολογίας όταν του καταλογίστηκαν κάποιες ακραίες θέσεις. Mεταξύ άλλων, το ότι υπήρξε φιλοσοβιετικός και σταλινιστής, σοβινιστής, απολογητής των εγκλημάτων του Πολ Ποτ στην Καμπότζη, νεοναζιστής, αντισημίτης και αρνητής του Ολοκαυτώματος. Οι επιθέσεις αυτού του είδους, η ποιότητα των επιχειρημάτων που τις υποστηρίζουν και οι σκοπιμότητες που τις υποκινούν είναι εμφανείς σε δημοσιεύματα στα οποία μπορεί κανείς –εάν βρίσκει κάποια αξία σε αυτό– να ανατρέξει.[1] Aξίζει όμως να σταθούμε στην κριτική που προσάπτει στον Τσόμσκυ ένα τμήμα της αριστερής διανόησης. Συγκεκριμένα, στην επίμονη άρνησή του να ενδύσει με «θεωρητικό» περίβλημα τα γραπτά του πάνω στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν την ανθρωπότητα. Δηλαδή, στην παντελή απουσία θεωρητικής διάστασης στο κομμάτι του έργου του που αφορά το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.