Loading...

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009


Η περίοδος που ξεκίνησε με την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας - και κατά συνέπεια ολόκληρου του μετεμφυλιακού συστήματος του οποίου η δικτατορία αποτελούσε την έσχατη μορφή - σημαδεύτηκε από έντονες κοινωνικοπολιτικές συγκρούσεις που απειλούσαν τις ισορροπίες του μεταπολιτευτικού καθεστώτος, σε μια εποχή που οι φορείς της κρατικής εξουσίας - απογυμνωμένοι από το ιδεολόγημα της εθνικοφροσύνης - στερούνταν ενός συνεκτικού ιδεολογικού λόγου που να τους "νομιμοποιεί" στα μάτια της κοινωνίας, ενώ οι κομματικοί μηχανισμοί της αριστεράς βρίσκονταν ακόμα υπό ανασυγκρότηση και δε διέθεταν ισχυρά κοινωνικά ερείσματα. Σε αυτή την μεταβατική περίοδο, όπου το νέο καθεστώς κοινοβουλευτικής δικτατορίας αδυνατούσε να αποσπάσει την απαιτούμενη για την εδραίωσή του κοινωνική συναίνεση, αναπτύχθηκε μια πληθώρα ριζοσπαστικών κοινωνικών-ταξικών αγώνων ανεξέλεγκτων τόσο από το κράτος όσο και από τα πολιτικά κόμματα.


Για τους εργάτες - κυρίως εκείνους των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων - η πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας αποτέλεσε το έναυσμα μιας σκληρής πάλης ενάντια στις σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης μέσα στους χώρους δουλειάς, μιας πάλης που σε ορισμένες στιγμές της έτεινε να πάρει το χαρακτήρα μιας ευρύτερης πολιτικής σύγκρουσης. Οι απεργίες που ξέσπασαν τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, κυρίως στα εργοστάσια παραγωγής οικιακών συσκευών (Πίτσος, Ιζόλα, AEG, Φούλγκορ) και σε πολλά μεταλλεία (όπως, για παράδειγμα, στα μεταλλεία του Μαντουδίου, του Μαντέμ Λάκκο και της Λάρκο) ανέδειξαν μια δυναμική αντίληψη αγώνα· μια αντίληψη που, έχοντας ως αφετηρία την πάλη ενάντια στην εξουσία των αφεντικών μέσα στους χώρους δουλειάς και ξεκινώντας από τη διεκδίκηση επιμέρους αιτημάτων, δημιουργούσε το έδαφος για μια ριζοσπαστική κριτική των σχέσεων εκμετάλλευσης και καταπίεσης στο σύνολό τους.

Μέσα από αυτές τις απεργίες γεννήθηκαν νέες για την εποχή εκείνη μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης, τα εργοστασιακά σωματεία, που έρχονταν σε σύγκρουση με τις δομές του κλαδικού συνδικαλισμού, οι οποίες ελέγχονταν είτε από την κυβέρνηση της Ν.Δ. και την εργοδοσία, είτε από τα κόμματα της αριστεράς και κυρίως από το Κ.Κ.Ε.

Όμως η διαχρονική αξία αυτών των αγώνων δεν βρίσκεται στις μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης που επινόησαν οι εργάτες και οι οποίες στη συνέχεια - και ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 και έπειτα - μετατράπηκαν σε μέσο ελέγχου και χειραγώγησής τους από τα κόμματα και το κράτος. Η διαχρονική αξία αυτών των αγώνων βρίσκεται στο επιθετικό πνεύμα που τους χαρακτήριζε: το πνεύμα της άμεσης δράσης και της συλλογικοποίησης της αντίστασης ενάντια στην εξουσία των αφεντικών και του κράτους, το οποίο επιχειρούσε μέσω των κατασταλτικών του μηχανισμών να αποκαταστήσει την τάξη στους χώρους δουλειάς· το πνεύμα της αλληλεγγύης ενάντια σε κάθε διαχωρισμό στο εσωτερικό των εκμεταλλευόμενων, είτε αυτός αφορούσε τον συντεχνιακό διαχωρισμό των εργατών του κάθε επιμέρους εργοστασίου, είτε αυτός αφορούσε το συνολικό διαχωρισμό τους από τους αγωνιζόμενους που δρούσαν σε άλλους κοινωνικούς χώρους. Έτσι, κάθε επιμέρους απεργία ήταν μια υπόθεση που αφορούσε όχι μόνο τους ίδιους τους απεργούς, αλλά τα πιο ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα της κοινωνίας στο σύνολό τους.

Μπροστά στη δυναμική αυτών των αγώνων, το κράτος αναγκάστηκε να ανασυγκροτήσει το ιδεολογικό και νομικό του οπλοστάσιο: εξαπέλυσε μια συστηματική προπαγάνδα περί της αναγκαιότητας ριζικής αντιμετώπισης του "φαινομένου της πάλης των τάξεων" που απειλούσε την "οικονομική και κοινωνική σταθερότητα της χώρας" και θέσπισε τον νόμο 330 του 1976 που ποινικοποιούσε τις άγριες απεργίες και τις απεργίες αλληλεγγύης και έθετε ασφυκτικούς περιορισμούς σε κάθε απεργιακή δραστηριότητα, ακόμα κι αν αυτή αφορούσε τη διεκδίκηση στενά οικονομικών αιτημάτων, παροπλίζοντας τα ήδη υπάρχοντα εργοστασιακά σωματεία.

Οι απεργίες που ξέσπασαν από το 1976 και έπειτα βρέθηκαν αργά ή γρήγορα αντιμέτωπες με τη θεσμική βία των μαζικών απολύσεων, αλλά και με τη φυσική βία των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, καθώς και με τη συστηματική ιδεολογική επίθεση του Κ.Κ.Ε. το οποίο αποτελούσε την εποχή εκείνη έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες στήριξης του αστικού καθεστώτος. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, το εργατικό κίνημα έδωσε μια σειρά από σκληρές μάχες, αλλά αδυνατούσε με τις μορφές οργάνωσης που είχε επινοήσει να αντιμετωπίσει τη σφοδρή υλική και ιδεολογική επίθεση κράτους και αφεντικών, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε μια κατάσταση φθοράς και διάλυσης.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες διάλυσης, άρχισαν να εδραιώνουν την κυριαρχία τους στους εργασιακούς χώρους οι συνδικαλιστικοί μηχανισμοί της αριστεράς, στα πλαίσια της περίφημης "σοσιαλιστικής αλλαγής" του ΠΑΣΟΚ των αρχών της δεκαετίας του ’80, το οποίο επαγγελλόταν τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των "μη προνομιούχων" κοινωνικών στρωμάτων χάρη στη νέα "φιλολαϊκή" μορφή διαχείρισης της κρατικής εξουσίας. Έτσι, εκείνο που χαρακτήρισε σε μεγάλο βαθμό τη δεκαετία του ’80 ήταν η αφομοίωση των κοινωνικών και ταξικών αντιστάσεων, μια αφομοίωση που αποτέλεσε την απαραίτητη προϋπόθεση για την σχεδόν απρόσκοπτη εφαρμογή τής αναδιαρθρωτικής πολιτικής του κράτους και του κεφαλαίου από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 κι έπειτα.

Στα χρόνια που πέρασαν από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα, το καθεστώς πρότασσε και προτάσσει διάφορα ιδεολογήματα - από το ιδεολόγημα της "αλλαγής" και του "εκσυγχρονισμού" μέχρι εκείνο της "κάθαρσης" και της "επανίδρυσης του κράτους" - προκειμένου να αποσπάσει την απαραίτητη συναίνεση για να βαθύνει τους όρους κυριαρχίας του πάνω στην κοινωνία. Έτσι, σήμερα ζούμε σε μια εποχή ολοκληρωτικής επίθεσης των πολιτικά και οικονομικά κυρίαρχων, σε μια εποχή που οι παραδοσιακές μορφές εκμετάλλευσης τείνουν να αντικατασταθούν από νέες σκληρότερες μορφές εργασιακής σκλαβιάς, σε μια εποχή που ο ρατσισμός και ο εθνικισμός αποτελούν από τις κατεξοχήν ασφαλιστικές δικλείδες του καθεστώτος με στόχο τη χειραγώγηση, τον έλεγχο και απρόσκοπτη εκμετάλλευση των προλετάριων μέσα από τον διαχωρισμό τους σε ντόπιους και μετανάστες.

Σε αυτήν ακριβώς την εποχή επιλέξαμε, στα πλαίσια του διήμερου εκδηλώσεων για την αναρχική πρωτομαγιά, να μιλήσουμε για τις ταξικές συγκρούσεις που ξέσπασαν στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Γιατί το πνεύμα που διαπερνούσε αυτούς τους αγώνες, το πνεύμα της αλληλεγγύης μεταξύ των καταπιεσμένων και της αντίστασης ενάντια στην εξουσία των αφεντικών και του κράτους, είναι πάντοτε επίκαιρο. Γιατί αυτοί οι αγώνες αναδεικνύουν τη δύναμη της συλλογικότητας ενάντια στο κυρίαρχο πρόταγμα της εξατομίκευσης και της υποταγής, ενάντια στην παθητική αποδοχή της "μοίρας" του προλετάριου ως αντικειμένου εκμετάλλευσης από τα αφεντικά και χειραγώγησης από τα κόμματα και τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Γιατί αυτοί οι αγώνες που αντιμετώπισαν την άγρια επίθεση των κατασταλτικών μηχανισμών, αλλά και την ιδεολογική επίθεση των κομματικών μηχανισμών της αριστεράς, αναδεικνύουν την επιτακτικότητα της πάλης για μια κοινωνία χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση, χωρίς κυρίαρχους και κυριαρχούμενους, χωρίς σκλάβους και αφεντικά. Γιατί αυτοί οι αγώνες είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας, της ιστορίας όσων αγωνίζονται για την ολοκληρωτική καταστροφή των κοινωνικών, των οικονομικών και των πολιτικών δομών εξουσίας.
***
Τα παρακάτω αποσπάσματα αποτελούν μια συνοπτική καταγραφή κάποιων σημαντικών γεγονότων μέσα από το πλήθος των ταξικών συγκρούσεων στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, και είναι χαρακτηριστικά σε ό,τι αφορά τόσο το επιθετικό πνεύμα αυτών των αγώνων όσο και τις κατασταλτικές μεθόδους που αντιμετώπισαν.

Απεργία στη National Can (Οκτώβρης ’74)

Η απεργία στην ελληνοαμερικάνικη εταιρία National Can είναι η πρώτη αυθόρμητη απεργία μετά την πτώση της χούντας. Στο εργοστάσιο της N.C. στην Ελευσίνα δουλεύουν περίπου 500 εργάτες (ανειδίκευτοι στην πλειοψηφία τους), ανάμεσά τους και 100 περίπου Πακιστανοί που εργάζονται χωριστά από τους υπόλοιπους. Οι συνθήκες εργασίας είναι εξουθενωτικές και πληρώνονται πολλές φορές με αίμα. Μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, μια ομάδα εργατών ξεκινά τις πρώτες προσπάθειες οργάνωσης, καλώντας σε γενική συνέλευση. Η ανταπόκριση είναι άμεση και μαζική. Τα αφεντικά αντιδρούν απολύοντας έναν εργάτη. Μόλις γνωστοποιείται η απόλυση, οι εργάτες παρατούν τις δουλειές τους, κατεβαίνουν σε απεργία και συγκρούονται με τις δυνάμεις της αστυνομίας που έχουν κατακλύσει τον χώρο. Είναι η πρώτη φορά που οι μετανάστες έρχονται σε επαφή με τους ντόπιους εργάτες για να αγωνιστούν από κοινού ενάντια στην τρομοκρατία των αφεντικών και του κράτους. Μόλις γίνονται γνωστές οι κινητοποιήσεις, καταφθάνουν στο εργοστάσιο εκπρόσωποι της ΓΣΕΕ και του Υπουργείου Εργασίας που διώχνονται με τις κλωτσιές. Με την κορύφωση της απεργίας, μπαίνουν κι άλλα αιτήματα και ξεκινά η προπαγάνδισή τους με πορείες σε χώρους εργασίας και γειτονιές. Παρά τις συνεχείς πιέσεις του Εργατικού Κέντρου, η απεργία θα σταματήσει μετά την επιστροφή του απολυμένου.

Κινητοποιήσεις των οικοδόμων (Ιούλης ’75)

Στις 26 Ιούλη του ’75 και ενώ οι εργατοπατέρες προσπαθούν μέσω διαβουλεύσεων με την κυβέρνηση να χειραγωγήσουν τις κινητοποιήσεις των οικοδόμων, οι εργάτες πραγματοποιούν αυτόνομη απεργία. Τα ΜΜΕ και οι συνδικαλιστές θα προσπαθήσουν να σαμποτάρουν την επερχόμενη πορεία, η οποία όμως θα πραγματοποιηθεί με δυναμικό χαρακτήρα. Επί 14 ώρες οι οικοδόμοι μαζί με φοιτητές, μαθητές και άλλους εργάτες θα συγκρουστούν (παρά τις εκκλήσεις των συνδικαλιστών) στο κέντρο της Αθήνας, μετατρέποντάς το σε ένα ανοιχτό πεδίο ταξικής αντιπαράθεσης.

Απεργία στα μεταλλεία του Μαντουδίου στην Εύβοια (Μάρτης - Απρίλης ’76)

Στις 30 Μάρτη του ’76, η πλειοψηφία των 5.000 εργατών στα μεταλλεία του Μαντουδίου ξεκινούν απεργία ενάντια στις άθλιες συνθήκες εργασίας και τα εξευτελιστικά μεροκάματα. Τα μεταλλεία αποτελούν τον μόνο οικονομικό πόρο στην ευρύτερη περιοχή, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να εξαρτάται από τις δραστηριότητες του ιδιοκτήτη Σκαλιστήρη. Το κράτος από την πρώτη μέρα της απεργίας κηρύσσει στην περιοχή στρατιωτικό νόμο στέλνοντας ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις (2.500 χωροφύλακες και 40 αύρες). Οι απεργοί, με μοναδικό όπλο το δίκιο τους και την αλληλεγγύη των υπόλοιπων κατοίκων, θα στήσουν οδοφράγματα και θα συγκρουστούν στους δρόμους που οδηγούν στα κολαστήρια των μεταλλείων, με κρανοφόρους και αύρες που συνοδεύουν τους πληρωμένους απεργοσπάστες. Στις άγριες συγκρούσεις θα τραυματιστούν και θα συλληφθούν πολλοί εργάτες και αλληλέγγυοι, από τους οποίους ορισμένοι θα καταδικασθούν σε ποινές φυλάκισης. Οι απεργοί, παρά την εντεινόμενη καταστολή, θα αντισταθούν και θα αντέξουν μέχρι τις 7 Απρίλη οπότε και θα λήξει η απεργία.

Κινητοποιήσεις και απεργίες στην Πίτσος (’75-’77)

Στη δεκαετία του ’70, η Πίτσος είναι ένα από τα ισχυρότερα συγκροτήματα παραγωγής ηλεκτρικών οικιακών συσκευών με 1.000 εργατοϋπαλλήλους που δουλεύουν μέσα σε ένα καθεστώς τρομοκρατίας, κάτω από την επιστασία πρώην αξιωματικών του στρατού και της αστυνομίας. Αρχίζει ένας συνεχής αγώνας ενάντια στην άγρια και συστηματική εκμετάλλευση, τις άθλιες συνθήκες δουλειάς και την τρομοκρατία του αφεντικού. Το Μάρτη του ’75 γίνονται οι πρώτες προσπάθειες οργάνωσης των εργατών. Ο Πίτσος αντιδρά με απολύσεις, πυροδοτώντας έτσι την πρώτη απεργία που θα αναγκάσει τη διοίκηση της εταιρίας να ανακαλέσει τις απολύσεις. Το σωματείο μαζικοποιείται και διατυπώνονται οικονομικά αιτήματα (αύξηση μεροκάματου και ανθυγιεινού επιδόματος). Παράλληλα, ο αγώνας στην Πίτσος χαρακτηρίζεται από έντονα πολιτικά προτάγματα που προωθούν την ενότητα των εργατών μέσω πολιτικοποιημένων και μη-κομματικών διαδικασιών, με αποκορύφωμα τις στάσεις εργασίας για εκτελέσεις Βάσκων και Ισπανών αγωνιστών, καθώς και τη συμπαράσταση και την ενεργή συμμετοχή σε απεργίες της ΜΕΛ, ΦΟΥΛΓΚΟΡ, ΕΣΚΙΜΟ, ΙΖΟΛΑ. Η αγωνιστική κινητοποίηση των εργατών εκδηλώνεται με στάσεις εργασίας, οργανωμένο σαμποτάζ στους ρυθμούς παραγωγής και απεργίες διαρκείας. Ο Πίτσος κηρύσσει λοκ-άουτ, και στη συνέχεια, σε συνεργασία με ισχυρές δυνάμεις καταστολής (χωροφύλακες, ειδικές αστυνομικές δυνάμεις ανάλογες των σημερινών ΜΑΤ και αύρες), ξανανοίγει το εργοστάσιο και φέρνει απεργοσπάστες.

Κινητοποιήσεις ενάντια στο νόμο 330 (Μάης ’76)

Στις 24 Μάη οργανώνεται 48ωρη πανεργατική απεργία ενάντια στην επικείμενη ψήφιση του νόμου 330 περί "επαγγελματικών σωματείων" με τον οποίο τίθενται ασφυκτικοί περιορισμοί σε κάθε απεργιακή δραστηριότητα στους χώρους δουλειάς και εγκληματοποιείται κάθε μορφή αγώνα που υπερβαίνει τα στενά συνδικαλιστικά πλαίσια. Την ίδια μέρα, πραγματοποιείται στην Αθήνα συγκέντρωση στην οποία συμμετέχουν περίπου 100.000 άτομα. Στις 25 Μάη, γίνεται συγκέντρωση οικοδόμων η οποία, παρά τις πιέσεις της συνδικαλιστικής τους ηγεσίας, θα εξελιχθεί σε πορεία στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί, οι οικοδόμοι θα ενωθούν με χιλιάδες διαδηλωτές που καταφθάνουν από τις εργατικές συνοικίες εξαγριωμένοι και κατακλύζουν τις κεντρικές πλατείες και τους δρόμους της πόλης. Μέχρι αργά το βράδυ, το κέντρο της πόλης θα μετατραπεί σε πεδίο άγριων συγκρούσεων με τις δυνάμεις καταστολής. Σε αυτές τις συγκρούσεις, θα τραυματιστούν δεκάδες διαδηλωτές αλλά και αστυνομικοί, ενώ μια αύρα θα σκοτώσει μια γυναίκα, την Αναστασία Τσιβίκα.

Απεργία στα μεταλλεία του Μάντεμ Λάκκο και της Ολυμπιάδας στη Χαλκιδική (Μάρτης-Οκτώβρης ’77)

Στις 10 Μάρτη του ’77, οι περίπου 600 εργάτες που δουλεύουν στις στοές των μεταλλείων του Μάντεμ Λάκκο και της Ολυμπιάδας κατεβαίνουν σε απεργία διαρκείας ενάντια στις απολύσεις μελών της διοίκησης του σωματείου τους, ενάντια στις άθλιες συνθήκες εργασίας και τα εξευτελιστικά μεροκάματα. Καταλαμβάνουν τα μεταλλεία και δέχονται την επίθεση ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα η περιοχή των Μαντεμοχωρίων να μετατραπεί σε πεδίο ολονύχτιων συγκρούσεων. Το κράτος κηρύσσει στην περιοχή στρατιωτικό νόμο. Ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις στρατοπεδεύουν στα Μαντεμοχώρια, αύρες διατρέχουν τα χωριά των μεταλλωρύχων, ενώ παράλληλα μονάδες ΛΟΚ και ΤΕΑ κάνουν "ασκήσεις" στη περιοχή. Παρά την άγρια κρατική τρομοκρατία, τις συλλήψεις και τις καταδίκες, τις αυξανόμενες απολύσεις και την εκστρατεία εκφοβισμού που έχει εξαπολύσει ο ιδιοκτήτης των μεταλλείων Μποδοσάκης, οι εργάτες θα συνεχίσουν τον αγώνα και θα συγκρουστούν επανειλημμένα με τις δυνάμεις καταστολής, αλλά και με τους πληρωμένους απεργοσπάστες, οι οποίοι με την προστασία της αστυνομίας κυκλοφορούν οπλισμένοι στα χωριά και απειλούν τους απεργούς. Η απεργία των μεταλλωρύχων του Μαντέμ Λάκκο και της Ολυμπιάδας είναι από τις σκληρότερες και πιο μακροχρόνιες απεργίες των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Θα διαρκέσει 7 ολόκληρους μήνες και θα λήξει κάτω από το βάρος των μαζικών απολύσεων και της συνεχούς κρατικής τρομοκρατίας.

ΝΑ ΑΝΑΖΩΠΥΡΩΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΣΤΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ-ΤΑΞΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ, ΣΤΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ, ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ - ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ - ΣΑΜΠΟΤΑΖ
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΦΕΝΤΙΚΩΝ


Αναρχικοί για την πρωτομαγιά

(από
μπροσούρα που τυπώθηκε τον Ιούλη του 2005)