Loading...

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

ΦΑΣΙΣΜΟΣ – ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΜΟΣ


Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, αποτελεί μια κοινή πρακτική των σοβαρών μελετητών, να κατατάσσουν τις κυριότερες δυνάμεις του αυταρχικού εθνικισμού στην Ευρώπη υπό την κατηγορία της «ριζοσπαστικής Δεξιάς». […] Η ανάγκη προσαρμογής σε μια θεμελιακή διαφορετική κατάσταση σήμαινε ότι αυτές οι ομάδες, οι οποίες ελπίζουν ότι μπορούν να κερδίσουν κάποια θέση μέσω του ανταγωνιστικού εκλογικού παιχνιδιού στις σταθερές δημοκρατίες, έπρεπε να διαφοροποιήσουν σε μεγάλο βαθμό τις θέσεις τους, έτσι ώστε σε αντίθεση με τον ιστορικό φασισμό ή με τον πιο αυθεντικό νεοφασισμό, να δηλώνουν ανοικτά ότι βρίσκονται στην άκρα Δεξιά του πολιτικού φάσματος. […] Στο βαθμό που τέτοιες ομάδες στρέφονται κυρίως εναντίον των μεταναστών, μπορούν να λειτουργήσουν μέσα στα πλαίσια του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού». ( Στάνλεϊ Πέιν, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ, Νεοφασισμός: Ο Φασισμός του Μέλλοντος μας)

«Όποτε εμφανίζονται σοβαρές κρίσιμες περίοδοι, οι ριζοσπαστικές δεξιές και αριστερές δυνάμεις χρησιμοποιούν τα δημοκρατικά δικαιώματά τους για να εγκαθιδρύσουν μια ιδιαίτερη ή μάλλον ολοκληρωτική κυριαρχία». (Max Horkhaimer)

Μία άκαμπτη και δογματική ερμηνεία γεγονότων, στάσεων και συμπεριφορών, είτε συλλογικών, είτε ατομικών, σίγουρα δεν απέχει διόλου από μια προσέγγιση της πραγματικότητας μέσα από παραμορφωτικούς καθρέπτες.

Άλλο τόσο παραμορφωτική όμως είναι και η αναγόρευση, ηθελημένα ή αθέλητα, επουσιωδών παραγόντων ή στοιχείων σε πρωτεύοντα συστατικά μιας κατάστασης συνήθως προβληματικής. Στόχος σ’ αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να είναι είτε απλά η κατανόηση των όποιων αδυναμιών ή λαθών, είτε η δικαιολόγησή τους, είτε η απόκρυψη του πραγματικού διακυβεύματος.

Πολλοί θεωρούν ότι η πρόβλεψη κάποιων γεγονότων είναι και η εξήγησή τους. Τις περισσότερες φορές όμως το αντίθετο είναι αληθινό. Ταυτόχρονα ένα απρόβλεπτο γεγονός μπορεί και αφήνει πάντα ανοικτές πολλές επιλογές και κατ’ επέκταση αναδεικνύει μια νέα σειρά από αιτίες και αποτελέσματα.

Γι’ αυτό ακριβώς οι χαρακτήρες του τυχαίου, του απρόσμενου και του ανεξέλεγκτου αποτελούν τους βασικούς δημιουργούς της ποικιλίας.

Οι θιασώτες της πολιτικής, οι τεχνικοί της εξουσίας δεν υποτιμούν ποτέ το παραπάνω γεγονός. Ιδιαίτερα στο βαθμό που η εξάλειψη του τυχαίου, του απρόβλεπτου και του ανεξέλεγκτου μπορεί να μετατρέψει μια κοινωνική δραστηριοποίηση σε μια πολιτική επένδυση με τα όποια αναμενόμενα κέρδη. Σε μια κινητοποίηση μπορεί να συμμετάσχει ή και να απέχει, ένα πλήθος από συλλογικότητες με διάφορες και διαφορετικές απόψεις και πρακτικές, οργανώσεις, σχήματα, κόμματα και κομματίδια, συνδικαλιστικοί φορείς κλπ.

Είναι λοιπόν αναμενόμενο ο καθένας συλλογικά ή ακόμα και ατομικά να προσπαθεί να οργανώνει και να εκφράζει τελικά τις απόψεις και τις πρακτικές του με διάφορους τρόπους. Πολλοί θεωρούν ότι η διακριτότητα στην παρουσία επιτυγχάνεται απλά με το να φέρουν κάποια διακριτικά, λόγου χάρη αυτοκόλλητα στο πέτο, ή με το να κρατούν κόκκινες ή μαύρες σημαίες, ή με το να συγκροτούν απλά ένα ξεχωριστό μπλοκ. Ή, τέλος, ότι αρκεί μια «συγκρουσιακότητα» με ευκαιριακούς όρους για να ορθωθεί το όποιο πολιτικό παράστημα και να πάρει ο καθείς την θέση που του παραχωρείται στις όποιες κινηματικές νόρμες.

Ειδικά η τελευταία «θεωρία» προϋποθέτει, αλλά και καλλιεργεί μια ολοένα και μεγαλύτερη αποστροφή στην ανάληψη ευθύνης μέσω του λόγου, της καταγραφής και της οργανωμένης παρουσίας μέσω αναρχικών συλλογικοτήτων, αφού συνήθως η αριστερή κάλυψη και πρόθυμη είναι και ικανή να απορροφά και να εκπροσωπεί τα όποια «ορφανά» του κινήματος.

Προτού αναφερθούμε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 2 Φλεβάρη με αφορμή την συγκέντρωση των νεοναζί θα κάνουμε μερικές σύντομες, αλλά απαραίτητες κατά την γνώμη μας, επισημάνσεις που αφορούν:

- Τις εξελίξεις στα λεγόμενα εθνικά θέματα που ούτως ή άλλως δρομολογούνται εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα και (είτε έχουν να κάνουν με τις ανακατατάξεις στα Βαλκάνια που ήδη έχουν ξεκινήσει από το 1989, είτε στην Κύπρο, είτε στο καθεστώς εκμετάλλευσης και συνδιαχείρισης του Αιγαίου), εντάσσονται στους νέους κυριαρχικούς συσχετισμούς που μορφοποιούνται με ορόσημο τις επιθέσεις της 11ης Σεπτέμβρη στο έδαφος των ΗΠΑ και την εκστρατεία εκατοντάδων χιλιάδων σταυροφόρων στα πλαίσια του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας».

- Στην συνεχιζόμενη «υποδοχή» εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών από το ελληνικό κράτος και στην εξελισσόμενη κάλυψη τόσο των οικονομικών αναγκών και σχεδιασμών που ξεκίνησαν με την υλοποίηση των «μεγάλων έργων», όσο και την άμβλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων στην καταστολή και στον ασφυκτικό κοινωνικό έλεγχο από την στιγμή που μπορεί κάτι τέτοιο να φαντάζει «αναγκαίο κακό» σε διευρυνόμενες κοινωνικές διαστρωματώσεις.

- Τις σημαντικές ανακατατάξεις που εξελίσσονται όσον αφορά την πολιτική εκπροσώπηση διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων, τα συμφέροντα των οποίων επαναπροσδιορίζονται τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά.

- Τις «οξυμένες» αντιθέσεις ανάμεσα σε πολιτικο-επιχειρηματικο-εκδοτικά συμφέροντα, που αποτελούν το όχημα για «καθαρτήριες» διαδικασίες, «πολέμους ενάντια στην διαφθορά» και τελικά την κατασκευή ενός ιδεολογικού περιβλήματος συναίνεσης για την επιβολή ολοένα και διευρυνόμενων κοινωνικών περιορισμών.

- Την ρευστότητα όσον αφορά την διαμόρφωση νέων συσχετισμών ανάμεσα στους πολιτικούς σχηματισμούς και την αναζωογόνηση του πολιτικού σκηνικού από την είσοδο στον κοινοβουλευτικό στίβο εκπροσώπων της άκρας δεξιάς, αλλά και της άκρας αριστεράς.

Αλλά ας εστιάσουμε σε ορισμένα σημεία.

Η είσοδος και η σταθεροποίηση του ΛΑΟΣ στην βουλή, αλλά και η συνεχιζόμενη προικοδότηση του ΣΥΝ είναι ρυθμιστικές για την πολυπόθητη για τους εξουσιαστές πολιτική σταθερότητα από την στιγμή που το ζητούμενο, όπως έχουμε ξαναγράψει, παραμένει κατ’ αρχάς η σταθεροποίηση και αφ’ ετέρου η αύξηση της εκλογικής πελατείας και όχι η συρρίκνωση της.

Ως εκ τούτου με δεδομένη την εξασφάλιση των παραπάνω ασφαλιστικών δικλείδων, η περαιτέρω ρύθμιση έγκειται στον νέο εκλογικό νόμο που έρχεται να καλύψει ένα μέρος του «προβλήματος», αλλά και στις διαπραγματεύσεις που ήδη πραγματοποιούνται με δεδομένες πλέον και στα λόγια τις κυβερνητικές βλέψεις περισσότερων εταίρων.

Ακριβώς επειδή είναι «ρυθμιστική» η παρουσία τόσο του ΛΑΟΣ όσο και του ΣΥΡΙΖΑ, τα ΜΜΕ δεν φείδονται του χρόνου που προσφέρουν, αλλά και της πολιτικής κάλυψης της ενδυνάμωσής τους απέναντι σε ένα «προβληματικό δικομματισμό».

Έτσι είναι σαφές ότι η πριμοδότηση, η ανάδειξη του ΛΑΟΣ για την ώρα πάντα, σε υπολογίσιμη κοινοβουλευτική συνιστώσα ανοίγει τα φτερά στους παλιόφιλους της Χρυσής Αυγής. Τόσο για να κινητοποιηθούν όπως φαίνεται στην απασχόληση των αντιφρονούντων, ειδικότερα με επιθέσεις σε κοινωνικούς χώρους και στέκια και αφ’ ετέρου να λειτουργήσουν ως ομάδες κρούσης και «κοινωνικής υποστήριξης» ενάντια στην «εγκληματικότητα» των μεταναστών προσβλέποντας μάλιστα σ’ ορισμένες περιπτώσεις στην έγκριση των τοπικών κοινωνιών.

Αυτές οι εκτιμήσεις δεν είναι καινούργιες και ούτε βέβαια αποκλειστικά δικές μας.

Αδικεί λοιπόν πολλές συλλογικότητες και συντρόφους η εξήγηση όσον αφορά τα γεγονότα της 2ας Φλεβάρη περί εσπευσμένων κινήσεων, ανακλαστικών αντιδράσεων υπό το βάρος μόνο των επιθέσεων που πραγματοποιήθηκαν την τελευταία περίοδο.

Ο λόγος είναι απλός και νομίζουμε αναμφισβήτητος.

Οι συζητήσεις για τις επιθέσεις αυτές ήταν επανειλημμένες και γόνιμες, οι εκτιμήσεις τις περισσότερες φορές κοινές.

Ας σταθούμε όμως σε μια ακόμη όχι μόνο ενδεικτική γενικότερα, αλλά και ειδικότερα σε σχέση και με την συγκέντρωση των νεοναζί της 2ας Φλεβάρη.

Όλοι ή σχεδόν όσοι εκφράστηκαν την τελευταία περίοδο σε παρόμοιες συζητήσεις στις οποίες εμείς τουλάχιστον συμμετείχαμε, συμφώνησαν ότι δεν αποτελεί κανενός είδους λύση οποιαδήποτε κίνηση «πυροτέχνημα», αλλά αντίθετα πρέπει να προκριθούν μια σειρά δραστηριοποιήσεων που να εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σχεδιασμό, σε μια συνολικότερη ανάλυση και σε βάθος χρόνου.

Άρα και μέσα από τις τοποθετήσεις συντρόφων και συλλογικοτήτων υπήρχε η εκφρασμένη συμφωνία περί αποφυγής σπασμωδικών κινήσεων. Κανείς δεν τοποθετήθηκε στην βάση ότι με την πρώτη ευκαιρία ήρθε η ώρα του μεγάλου «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών» με τους νεοναζί, ενώ επίσης κανείς στις ίδιες συζητήσεις δεν αποδέχθηκε συμφωνίες με τμήματα ή το σύνολο των αριστερών διοργανωτών. Αντίθετα ρητά δηλώθηκε από συντρόφους ότι δεν επιθυμούν σε καμία περίπτωση να αποτελέσουν ουρά του ΣΥΡΙΖΑ.

Τέλος σ’ όλους ήταν γνωστό ότι σε λίγες ημέρες ο ΣΥΝ θα προχωρούσε στην εκλογή του Τσίπρα ως νέου προέδρου και ως εκ τούτου δεν θα ρίσκαρε να αναλάβει κανένα πολιτικό κόστος το οποίο θα θεωρούσε ότι δεν θα του αναλογούσε. Και καλά έκανε από την πλευρά του.

Η επετειακή συγκέντρωση των νεοναζί για τα Ίμια είχε οριστεί για τις 7.00μ.μ., ημέρα Σάββατο, στην παλαιά βουλή που βρίσκεται στην οδό Σταδίου σε κοντινή απόσταση από την πλατεία Κλαυθμώνος.

Σε αντισυγκέντρωση στις 2.00μμ στον ίδιο τόπο καλούσε ένα πλήθος αριστερών κομμάτων, αντιρατσιστικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων: ΑΔΕΔΥ * ΟΛΜΕ * ΠΟΕΔΗΝ* Φοιτητικοί σύλλογοι (ΑΣΟΕΕ, πολ. Μηχανικοί ΕΜΠ κ.λ.π.) * Δίκτυο για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα * Δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης προσφύγων & μεταναστών * Νεολαία ενάντια στο Ρατσισμό στην Ευρώπη-YRE * Kίνηση Απελάστε το Ρατσισμό * Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών * Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ * ΑΝΤΙΓΟΝΗ-Κέντρο Πληροφόρησης και Τεκμηρίωσης για το Ρατσισμό, την Οικολογία, την Ειρήνη και τη Μη Βία * Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών * Ομάδα δικηγόρων για τα δικαιώματα προσφύγων και μεταναστών * Νεολαία ΣΥΝ * Τμήμα Δικαιωμάτων του ΣΥΝ * ΟΚΔΕ/Σπάρτακος * ΔΕΑ * ΞΕΚΙΝΗΜΑ * ΚΟΚΚΙΝΟ * Εργατική Εξουσία * ΑΚΟΑ * ΚΟΕ.

Ο στόχος, που είχε τεθεί, ήταν η ματαίωση της συγκέντρωσης των νεοναζί και η πραγματοποίηση εκδηλώσεων καλλιτεχνικού χαρακτήρα.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι κανένα ανοικτό κάλεσμα δεν υπήρξε ποτέ εκ μέρους αναρχικών, αντιεξουσιαστών ή αυτόνομων για δραστηριοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο την συγκεκριμένη ημέρα. Επίσης καμία αφίσα, έστω δίχως κάλεσμα, δεν γνωστοποιούσε κάποιο ενδιαφέρον από αναρχικής σκοπιάς για την συγκεκριμένη συγκέντρωση των φασιστών αναφέροντας ταυτόχρονα και το όποιο σκεπτικό.

Λίγες ημέρες πριν τις 2 Φλεβάρη γνωστοποιείται στόμα με στόμα ότι συμφωνήθηκε από κάποιους αντιεξουσιαστές και αριστερούς να βρεθούν από κοινού νωρίτερα από τις 2.00μμ για να καταλάβουν πρώτοι τον χώρο της συγκέντρωσης.

Τα γεγονότα από εδώ και πέρα είναι λίγο ή πολύ γνωστά.

Οι νεοναζί καταλαμβάνουν πρώτοι τον χώρο μπροστά από την παλαιά βουλή και οι μετέχοντες στην προσυγκέντρωση της αντισυγκέντρωσης αποφασίζουν να τους επιτεθούν χωρίς να περιμένουν την προαποφασισμένη ώρα δηλαδή τις 2.00μμ. Το αποτέλεσμα ήταν οι νεοναζί, με την αναμενόμενη στήριξη των ΜΑΤ, να μαχαιρώσουν συμμετέχοντες στην αντισυγκέντρωση και να τους απωθήσουν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα στην πλ. Κλαυθμώνος και από εκεί στα Προπύλαια.

Το κρίσιμο ερώτημα, βέβαια, που δεν έχει απαντηθεί είναι το εξής: υπήρξε ένα σχέδιο που προέβλεπε επίθεση από μια πολυπληθή έστω ομάδα κρούσης στις 11.00 π.μ. ενάντια στην συγκέντρωση των νεοναζί σε περίπτωση που εκείνοι καταλάμβαναν πρώτοι την συγκεκριμένη πλατεία; Ήταν απόφαση της «στιγμής»; Ποιο το σκεπτικό στην πρώτη περίπτωση και ποιο στην δεύτερη;

Μέχρις στιγμής ουδείς έχει νιώσει την ευθύνη ή την υποχρέωση να καταθέσει ένα σκεπτικό. Ή μήπως έχει γίνει με «τρόπο»;

Οι 22 αριστεροί διοργανωτές της αντισυγκέντρωσης που είχε οριστεί για τις 2.00 μ.μ. σε ανακοίνωση τους αναφέρουν: «Οι δυνάμεις της αστυνομίας, αφού κατ’ αρχήν λειτούργησαν σαν προστατευτικό τείχος (!) στους 50 συγκεντρωμένους και πάνοπλους με λοστούς, μαχαίρια και πέτρες φασίστες μέλη της Χρυσής Αυγής, στην συνέχεια επιτέθηκαν με ρίψη χημικών στα περίπου 200 συγκεντρωμένα μέλη οργανώσεων που καλούσαν σήμερα αντιφασιστική συγκέντρωση στην πλατεία Κολοκοτρώνη!»

Μ’ άλλα λόγια οι περίπου διακόσιοι συγκεντρωμένοι κατά αυτή την ανακοίνωση ήταν όλοι μέλη αριστερών οργανώσεων που καλούσαν για τις 2.00μμ, αφού στο κάλεσμα αυτό δεν συμμετέχει ανοικτά τουλάχιστον καμία αντιεξουσιαστική συνιστώσα.

Σε Δελτίο Τύπου του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά δικαιώματα πάλι διαβάζουμε: «Στις 11 π.μ. σε απόπειρα τμήματος της αντιφασιστικής συγκέντρωσης να προχωρήσει από την πλατεία Κλαυθμώνος προς την πλατεία Κολοκοτρώνη, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι φασίστες, τα ΜΑΤ απάντησαν με μαζική ρίψη χημικών και επίθεση κατά των αντιφασιστών διαδηλωτών».

Τέλος, στην ανακοίνωση του Κομμουνιστικού Συνδέσμου Εργατική Εξουσία αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «Ο Κομμουνιστικός Σύνδεσμος χαιρετίζει τους εκατοντάδες αντιφασίστες αγωνιστές, διεθνιστές, αριστερούς και αντιεξουσιαστές αγωνιστές που συμμετείχαν στην μαχητική αντιφασιστική διαδήλωση αποκλείοντας το σημείο που επιχείρησε να συγκεντρωθεί η νεοναζιστική συμμορία της χρυσαυγής κάτω από την προστασία της κυβέρνησης και της αστυνομίας».

Εδώ ξαφνικά εμφανίζονται από το πουθενά οι αντιεξουσιαστές αγωνιστές, που βέβαια λείπουν από την κινηματική ανακοίνωση που συνυπογράφει και ο ΣΥΝ.

Και τα σκυλιά δεμένα…

Στην συνέχεια, περίπου διακόσιοι σύντροφοι που βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στο Σύνταγμα ενάντια σε συνέδριο της Bionova, θέλοντας και μη, έχοντας πληροφορηθεί την κατάσταση κατευθύνθηκαν μέσω Πανεπιστημίου στα Προπύλαια, όπου ενίσχυσαν τους εκεί συγκεντρωμένους.

Στήνονται οδοφράγματα, πραγματοποιούνται επιθέσεις αποκλειστικά με πέτρες ενάντια στις δυνάμεις καταστολής, που πνίγουν την ευρύτερη περιοχή στα δακρυγόνα.

Περίπου στις 3.00 μ.μ. ο εισαγγελέας απαγορεύει την πορεία των νεοναζί οι οποίοι αποχωρούν από την Παλαιά βουλή, ενώ το σύνολο, σχεδόν, των αριστερών διοργανωτών ανακαλεί προηγούμενη απόφαση, για παραμονή μέχρι τις 7.00 στα Προπύλαια και αποχωρεί και αυτό σχεδόν ταυτόχρονα.

Αργότερα πραγματοποιείται συνέλευση της κατάληψης της πρυτανείας και αποφασίζεται πορεία για τις 6.00 το απόγευμα. Η πορεία, που αποτελείται από περίπου 500 αναρχικούς, αντιεξουσιαστές και μερικές δεκάδες αριστερούς, χτυπιέται άγρια από τις δυνάμεις καταστολής μόλις αρχίζει να απομακρύνεται από τον χώρο των Προπυλαίων. Πολλοί σύντροφοι τραυματίζονται άσχημα, άλλοι ποδοπατούνται μέσα στον πανικό που επικρατεί, ενώ οι πιο ψύχραιμοι προσπαθούν να ανταπεξέλθουν στις επιθέσεις των γουρουνιών, είτε ανοίγοντας τα ρολά από παρακείμενη στοά στην Πανεπιστημίου που οδηγούσε στην Χ. Τρικούπη είτε στήνοντας πρόχειρα οδοφράγματα στην Χ. Τρικούπη. Πύρινα οδοφράγματα στήνονται στην Σόλωνος και στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων. Οι προσαγωγές φθάνουν τις 112, ενώ μια συντρόφισσα παραπέμπεται με πλημμελήματα.
Εν κατακλείδι

Η απαγορευτική πολιτική που υιοθέτησε το κράτος ενάντια στους νεοναζί κατ’ απαίτηση της «αριστεράς των κινημάτων» δεν πέρασε ΣΥΡΙΖΑ, αλλά πάνω κυριολεκτικά και από την πορεία, που προσπάθησε να πραγματοποιηθεί αργότερα από αναρχικούς-αντιεξουσιαστές. Αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι δικαιούται κανείς να ζητήσει ευθύνες από τους δημοκρατικά ευαισθητοποιημένους αριστερούς κινηματίες. Εκτός και αν είχε συνάψει μαζί τους συμφωνίες, που δεν τηρήθηκαν.

Έχει αποδειχθεί και στο παρελθόν ότι όποτε και σε όποιες συνθήκες επικρατούν λογικές πολιτικής ήττας ή νίκης, τα αποτελέσματα για τους αγωνιζόμενους είναι τουλάχιστον δυσμενή.

Άλλωστε, με τη συγκεκριμένη στάση του κράτους το απόγευμα της 2ας Φλεβάρη, επιβεβαιώνεται περίτρανα η άποψη που θεωρεί πως το όποιο κλείσιμο γραφείων ή απαγόρευση πορειών ναζιστικών οργανώσεων θα συνοδεύεται με τα ίδια μέτρα εναντίον αναρχικών, αντιεξουσιαστών και κοινωνικών χώρων, ενισχύοντας τη θεωρία του «κτυπήματος των άκρων για την προάσπιση κι ενίσχυση της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών».

Οι νεοναζί και ο ευρύτερος πολιτικός φορέας που τους καλύπτει, βγήκαν ενδυναμωμένοι ύστερα από τα γεγονότα στις 2 Φλεβάρη.

Γιατί βέβαια πρωτεύον δεν είναι αν είδε με τα μάτια του ή όχι ο Λαφαζάνης μπάτσους να φορτώνουν, ή να ξεφορτώνουν σε αυτοκίνητα λοστούς και ξύλα για να τα μοιραστούν οι φασίστες, ή για να τα απομακρύνουν από το χώρο της συγκέντρωσης τους.

Πρωτεύον φυσικά, δεν είναι ούτε το ζήτημα αν θα έπρεπε ή όχι να έχουν καλυμμένα τα πρόσωπα τους οι αντιεξουσιαστές που επιτίθονταν μαζί με τους αριστερούς στην συγκέντρωση της Χ.Α.

Ουσιώδες παραμένει το γεγονός αν μπόρεσε το κράτος και τα όργανα του να αναπαράγουν την βολική εικόνα ακροκινούμενων ομάδων που συγκρούονται σαν συμμορίες.

Ουσιώδες παραμένει αν στην όποια δραστηριοποίηση που συμμετείχαν αναρχικοί-αντιεξουσιαστές δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις κοινωνικών συνθέσεων ή όχι, και γιατί.

Θα το επαναλάβουμε: Ο ναζισμός, ο ρατσισμός και ο φασισμός είναι συστατικά της κυριαρχίας. Μέσα στο δημοκρατικό τρόπο διαχείρισης των εξουσιαστικών υποθέσεων υπάρχουν στοιχεία του φασισμού και του ναζισμού.

Εμείς ως αναρχικοί συνεχίζουμε να βρισκόμαστε ανάμεσα σε εκείνους που δεν πρόκειται να ζητήσουν από το κράτος να περιορίσει τους νεοναζί, ούτε και να κλείσει τα όποια γραφεία τους και να τους κηρύξει εκτός νόμου. Συνεχίζουμε να βρισκόμαστε ανάμεσα σε εκείνους που αντιμάχονται τους νεοναζί όχι ως συμμορίες αλλά ως ένα μηχανισμό του κράτους, του οποίου την καταστροφή επιδιώκουμε και όχι την αποθέωση κάποιων μορφών διαχείρισής του, μέσα από την αντίθεση στις υπόλοιπες.

Δεν ήμασταν ποτέ, ούτε σκοπεύουμε να μεταβληθούμε σε κανενός είδους δύναμη κρούσης καμίας κινηματικής αριστεράς και κανενός ΣΥΡΙΖΑ.

Ουδέποτε συμπτύξαμε μ’ όλους αυτούς κάποιο αντιφασιστικό μέτωπο, για να αποθεώσουμε την δημοκρατία, στην οποία ούτε χρωστάμε, ούτε μας χρωστάει.

Θα συνεχίσουμε να συμβάλλουμε μ’ οποιοδήποτε τρόπο στον απεγκλωβισμό απόψεων και πρακτικών από προβλεπόμενα αδιέξοδα, παραμένοντας συνεπείς σ’ όσα ανοικτά και δημόσια δηλώνουμε σε σχέση με τις εκτιμήσεις και τις προθέσεις μας. Θεωρούμε πως μια τέτοια στάση αποτελεί ταυτόχρονα μια ουσιαστική κατάθεση εμπειριών, οι οποίες είναι ικανές να λειτουργήσουν ως παρακαταθήκη για το άμεσο και απώτερο μέλλον.

(Δημοσιεύθηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 70, Μάρτιος 2007)