Loading...

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Για τη Μισθωτή Eργασία


«Ο Παπαλάγκι έχει τόσα επαγγέλματα όσες είναι οι πέτρες μέσα στη λίμνη. Κάθε πράξη του την κάνει επάγγελμα. Είναι ωραίο να φέρνει κανείς μια φορά νερό από την πηγή, ακόμη και περισσότερες φορές την ίδια μέρα. Όποιος όμως πρέπει από την ανατολή μέχρι την δύση του ηλίου και κάθε ημέρα ξανά και κάθε ώρα, όσο φτάνει η δύναμή του, να κουβαλάει συνέχεια νερό - αυτός τελικά θα πετάξει με οργή τον κουβά μακριά του αγανακτισμένος για τα δεσμά στο κορμί του. Γιατί τίποτα δεν είναι τόσο δύσκολο για τον άνθρωπο, όσο να κάνει πάντα το ίδιο ακριβώς πράγμα. 

Και γι' αυτό μέσα στους ανθρώπους των επαγγελμάτων ζει ένα φλογερό μίσος. Όλοι αυτοί έχουν στην καρδιά τους κάτι σαν ζώο, που το συγκρατούν δεσμά, που επαναστατεί και που όμως δεν μπορεί να ελευθερωθεί. Και όλοι συγκρίνουν μεταξύ τους τα επαγγέλματά τους, γεμάτοι φθόνο και μίσος, μιλάν για ανώτερα και κατώτερα επαγγέλματα, παρ' όλο που όλα τα επαγγέλματα δεν είναι παρά μισοδουλειές. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο χέρι ή μόνο πόδι ή μόνο κεφάλι, είναι όλα μαζί ενωμένα. Χέρι, πόδι και κεφάλι θέλουν να είναι μαζί. Μόνο όταν όλα τα μέλη και οι αισθήσεις ενεργούν από κοινού μπορεί μια ανθρώπινη καρδιά να γιατρευτεί από χαρά, ποτέ όμως όταν μόνο ένα μέρος του ανθρώπου έχει ζωή και τα άλλα πρέπει να είναι όλα νεκρά. Αυτό προξενεί στον άνθρωπο σύγχυση, απελπισία ή αρρώστια». 


(Λόγια ενός Πολυνήσιου με τα οποία περιγράφει στον λαό του τη ζωή των ευρωπαίων μετά από ένα μακροχρόνιο ταξίδι στον κόσμο των λευκών = παπαλάγκι) 

Η μισθωτή δουλεία, η δουλεία, η δουλοπαροικία δεν είναι παρά μερικές από τις λέξεις που σημαίνουν την εκμετάλλευση των σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων των ανθρώπων από το κράτος και κάθε λογής εξουσιαστές. Ακόμη και αν αυτές οι λέξεις αλλάξανε με το πέρασμα του χρόνου η σημασία τους παραμένει κοινή και αναλλοίωτη και αποτελεί ανέκαθεν τον κινητήριο μοχλό της ευημερίας των εξουσιαστών, μεταφρασμένη σε μεγαλύτερη δύναμη όπλων, περισσότερα πλούτη και κατά συνέπεια καλύτερα εδραιωμένη εξουσία. 


Ο εξαναγκασμός των ανθρώπων να δουλέψουν κάτω από την απειλή αφαίρεσης της ζωής τους αντικαταστάθηκε στις μέρες μας από τις αόρατες αλυσίδες που δένουν τους ανθρώπους στους χώρους εργασίας, όπως ο πραγματικός φόβος της πείνας, είτε της «πείνας» για ψευδείς, δημιουργημένες υλικές ανάγκες. Ο φόρος προς τον βασιλιά ή το γαιοκτήμονα αντικαταστάθηκε από τον φόρο προς το κράτος καθώς και τόσοι άλλοι παραλληλισμοί αποδεικνύουν πως ο άνθρωπος συνεχίζει να βρίσκεται σε μια κατάσταση ανελευθερίας, πως η εκμετάλλευση του είναι καθημερινή, στερώντας του τη χαρά της δημιουργίας, της ελεύθερης συνύπαρξης, την αυτοδιαχείριση των αναγκών της ίδιας του της ζωής.

Η λεγόμενη οργάνωση της οικονομίας, αντανακλούσε πάντοτε τις ανάγκες των εξουσιαστών και σχεδιαζόταν από τους ίδιους με ένα μόνο στόχο: την απόκτηση μεγαλύτερου ελέγχου πάνω στην ανθρώπινη κοινωνία. Βασικό στοιχείο για να επιβληθούν ήταν πάντοτε, η δύναμη των όπλων, η ισχύς με οποιαδήποτε μορφή. Έχουν υπάρξει κράτη που δεν τα χαρακτήριζε η οικονομική ευμάρεια, ποτέ όμως δεν υπήρξε κεφάλαιο-συσσωρευμένος πλούτος χωρίς να υπάρχει και αντίστοιχος κατασταλτικός μηχανισμός για να το προστατέψει, είτε αυτό σήμαινε ωμή βία, είτε κάλυψη πίσω από νόμους και μηχανισμούς του κράτους όπως είναι δομημένο σήμερα. Είναι δύσκολο να διαχωρίσεις το κεφάλαιο από το κράτος και τους διαχειριστές της εξουσίας, γιατί το κεφάλαιο ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του. Δεν έχει δώσει τίποτα η «ανακάλυψη» του Μαρξ για το κεφάλαιο και την καπιταλιστική κοινωνία γιατί το κεφάλαιο είναι μια διαχρονική κατάσταση. Ο συσσωρευμένος πλούτος ή αλλιώς τα μέσα παραγωγής, ανέκαθεν ανήκαν στους λίγους και ισχυρούς, που επέβαλαν διάφορα συστήματα εκμετάλλευσης.
Η νέα μορφή εκμετάλλευσης, το νεοεπιχειρούμενο μοντέλο κυριαρχίας της Ε.Ε. επιχειρεί να αναδιαμορφώσει και να δημιουργήσει νέους όρους και στο χώρο της μισθωτής δουλείας εξυπηρετώντας τις βλέψεις της, για την ανάδειξη της σε μεγαλύτερη οικονομική δύναμη, στα πλαίσια του οικονομικού πολέμου των κρατών. Οι οικονομικές μάχες που δίνονται καθημερινά στα χρηματιστήρια των κρατών, για την οικονομική ηγεμονία στον κόσμο αν και επιφανειακά φαίνονται αναίμακτες ή ακόμα και αδιάφορες, έχουν χιλιάδες θύματα από οικονομική ανέχεια. 


Γιατί η ανάπτυξη του χρηματιστηρίου προϋποθέτει αύξηση της ανεργίας και γενικά συνδέεται με δείκτες της οικονομίας τους (όπως π.χ. μείωση πληθωρισμού), οι οποίοι σημαίνουν ακόμη περισσότερα δεινά για τους εργαζόμενους (η ονομαζόμενη λιτότητα). 


Το 2000 φέρνει μαζί του καθοριστικές αλλαγές στο χώρο της μισθωτής δουλείας, οι οποίες θα επηρεάσουν άμεσα τις ζωές των ανθρώπων. Η συνταξιοδότηση, το κατώτατο όριο εργασίας, το οκτάωρο, η ασφάλιση, το περιβόητο εφάπαξ και η δωρεάν ιατρική περίθαλψη, είναι έννοιες τις οποίες, τελειώνοντας αυτός ο αιώνας, θα τις πάρει μαζί του. Αρκετά κράτη και ιδιαίτερα τα κράτη της Ευρώπης, λόγω των κοινών στόχων της Ε.Ε., επιχειρούν να αλλάξουν πολλές από τις ήδη υπάρχουσες συνθήκες στο χώρο της μισθωτής δουλειάς, που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Βέβαια αυτές οι αλλαγές δεν μπορεί παρά να είναι πρόσκαιρες, δεν αποτελούν παρά μια αναδιοργάνωση των σχέσεων επιβολής, μιας και πολύ σύντομα θα αντικατασταθούν με νέες «παροχές» όπως το πρωτοεμφανιζόμενο «επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης». Κι αυτό γιατί γνωρίζουν ότι η συνεχώς αυξανόμενη ανεργία αποτελεί κίνδυνο κοινωνικών εκρήξεων και θα προσπαθήσουν με διάφορους τρόπους να αποσυνδέσουν το συγκεκριμένο πρόβλημα της ανεργίας από το πρόβλημα της επιβίωσης. Το πρωτεύον γι' αυτούς ήταν, είναι και θα παραμείνει ο κοινωνικός έλεγχος. Τα επιδόματα θα υπάρξουν —όταν το κράτος θα είναι σε θέση να τα «παρέχει»—, για να συντηρούν ανθρώπους πλήρως ελεγχόμενους. Βέβαια έχουν γίνει πολλοί κι αιματηροί αγώνες που συνδέονται με εργατικές διεκδικήσεις. Οι κοινωνικοί αγώνες με εργατικά ή μη χαρακτηριστικά μπορεί να γίνουν μια αφορμή για την ανάπτυξη ευρύτερων δραστηριοτήτων, που συμβάλλουν στην κοινωνική απελευθέρωση. Γι' αυτό η σημασία τους για την ανθρώπινη κοινωνία έγκειται στον τρόπο με τον οποίο έγιναν ή γίνονται. Δηλαδή όταν απαιτείς κάτι με όρους κοινωνικούς, παραμερίζεις τη διεκδίκηση και τελικά φτάνεις στην ουσία της συνολικής σύγκρουσης. Σημασία έχει να αναγκαστεί το κράτος να υποχωρήσει άμεσα και όχι μετά από χρόνια, όταν το ίδιο θα διαμορφώσει τέτοιες συνθήκες στην οικονομία του, που θα αντέξει τις αλλαγές χωρίς επικίνδυνους για το ίδιο κραδασμούς. Η διαπραγμάτευση είναι αυτή που δίνει πάντοτε περιθώρια στο κράτος να ανασυγκροτείται. Για παράδειγμα το πολυπόθητο 8ωρο και η κοινωνική ασφάλιση «παραχωρήθηκε» από τους κρατιστές σιγά-σιγά και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους κατά γεωγραφικές περιοχές, ανάλογα με τις συνθήκες του κοινωνικού ανταγωνισμού που ίσχυαν σε αυτές. Εφόσον μπορούσαν πλέον, μέσω της τεχνολογίας τους, να μειώσουν τις ανάγκες τους σε εργατικά χέρια, μαζί με οικονομικές θεωρίες του τύπου «χρήσιμος-παραγωγικός εργάτης είναι ο υγιής και ευχαριστημένος εργάτης». Και φυσικά όταν λέμε τεχνολογία δεν εννοούμε μόνο τις μηχανές αλλά και την δυνατότητά τους να ελέγχουν τους ανθρώπους με άλλους τρόπους όπως τα Μ.Μ.Α-ποβλάκωσης (τηλεόραση, ράδιο, φυλλάδες). Τα εργοστάσια του προηγούμενου αιώνα λειτουργούσαν και ως σωφρονιστικά ιδρύματα. Όσο πιο πολύ δούλευες, εγκλωβισμένος σε ένα χώρο, τόσο περισσότερο ήσουν κάτω από επιτήρηση και καταπονημένος σωματικά-πνευματικά καλύτερα ελεγχόμενος. Σήμερα όμως μπορούν να επιτύχουν τον έλεγχο και με άλλα μέσα το ίδιο, ίσως και πιο αποτελεσματικά, γιατί ο έλεγχος για παράδειγμα μέσω της τηλεόρασης δεν είναι άμεσος και τόσο εμφανής. Ο αγώνας ενάντια στην μισθωτή εργασία δεν μπορεί να είναι παρά συνολικός αγώνας ενάντια στο κράτος, (την γενεσιουργό αιτία των δεινών των ανθρώπων), που ανοίγει το δρόμο για μια κοινωνία ελεύθερη.

ΤΟ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΚΑΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΟΜΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΘΑ ΖΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ Ή ΟΤΙ ΘΑ ΖΟΥΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ; 


Οι αναρχικοί δεν είναι απλά ενάντια στην μισθωτή σκλαβιά, που σημαίνει ενδεχομένως σε μια τέτοια περίπτωση ότι είναι υπέρ της «εθελοντικής εργασίας» τύπου π.χ. Αλβανίας, Ρωσίας, Κίνας και γενικά κρατών του πάλαι ποτέ ανατολικού μπλοκ κυριαρχίας. Ούτε συμμερίζονται την λογική, ότι εάν δουλεύουμε λιγότερο, ακόμη και με περισσότερα χρήματα, (αίτημα της αριστεράς) θα έχουμε περισσότερο «ελεύθερο χρόνο» και θα ζούμε καλύτερα. Μπορεί και πολύ σύντομα το κράτος να ικανοποιήσει το παραπάνω αίτημα. Ήδη δανειζόμενο από την αριστερά την ιδέα της μείωσης των ωρών εργασίας έβαλε σε εφαρμογή την ευελιξία του ωραρίου εργασίας προτείνοντας περισσότερο «ελεύθερο χρόνο». Φυσικά αυτό δεν αποκαλύπτει κάποια ευαισθησία των κρατιστών για τα δεινά των ανθρώπων από την μισθωτή εργασία, αντίθετα. Η ιδέα αυτή για πρώτη φορά ξεκίνησε στην αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen, η oποία, επικαλούμενη οικονομικά προβλήματα, πρότεινε στο προσωπικό της να διαλέξει ανάμεσα στην απόλυση 31.000 εργαζόμενων ή τη μείωση των ωρών εργασίας και μισθού σε όλους του εργαζόμενους, γλιτώνοντας με αυτό τον τρόπο και τα δισεκατομμύρια των αποζημιώσεων.

Αυτή η ιδέα πολύ άρεσε στους εξουσιαστές οι οποίοι έσπευσαν να επικαλεστούν αυτόν τον εκβιασμό ως ένδειξη αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζόμενων, δηλ. «να δουλεύουμε λιγότερο αλλά να δουλεύουμε όλοι». Έτσι ο καθένας όχι απλώς δεν θα πρέπει να αντιδράσει στα κρατικά σχέδια, αλλά να συναινέσει και είναι ικανοποιημένος για την πράξη του αυτή, αφού αποτελεί «ένδειξη αλληλεγγύης» μεταξύ των εργαζομένων. 


Έτσι κι αλλιώς, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως οι όποιες ρυθμίσεις μέχρι τώρα μπορούσαν να σταθούν στο ελάχιστο αντάξιες του καθημερινού μόχθου που αναγκαστικά προσφέρουν τόσα χρόνια οι εργαζόμενοι, γιατί δεν υπάρχουν, ούτε και θα υπάρξουν, τέτοια μέτρα και σταθμά. Απλά τονίζεται ακόμη πιο πολύ πως το κράτος επιδιώκει μόνο στην διατήρηση της ισχύος και της εξουσίας του και οι όποιες παραχωρήσεις του πάλι είχαν και έχουν μοναδικό στόχο την ελαχιστοποίηση των αντιδράσεων των ανθρώπων, την αφομοιωτική διαδικασία και τη μέγιστη εκμετάλλευση τους εκ του ασφαλούς.


Βέβαια επεξεργάστηκαν και άλλα ψεύτικα επιχειρήματα που συνοδεύουν μια εργασία λίγων ωρών, όπως περισσότερος «ελεύθερος χρόνος», κρύβοντας ότι οι άνθρωποι θα αναγκαστούν, για να τα βγάλουν πέρα, να πιάσουν μια δεύτερη ή τρίτη δουλειά και να τρέχουν από τη μία στην άλλη. 


Ή ακόμη να δουλεύουν διπλά και τριπλά γιατί παγιδεύτηκαν σε ψεύτικες ανάγκες όπως καλύτερο αυτοκίνητο, περισσότερα ρούχα για να είναι in, ταξιδάκια «αναψυχής» τα σαββατοκύριακα κλπ., που υποτίθεται δίνουν ποιότητα στη ζωή τους Το κράτος αδειάζει τις τσέπες των ανθρώπων και μέσω της κατανάλωσης, δημιουργώντας τους ανάγκες που ουσιαστικά δεν είναι πραγματικές, παρ' όλο που οι άνθρωποι χρειάζονται πολύ συγκεκριμένα υλικά αγαθά για να ζήσουν με αξιοπρέπεια. 


Από την άλλη αυτό που επιδιώκει το κράτος και οι μηχανισμοί του σ' αυτό το νταραβέρι είναι η συνεχής κίνηση χρήματος. Και κατά συνέπεια το πάγωμα της κυκλοφορίας του χρήματος μπορεί να προκαλέσει ένα από τα μεγαλύτερα σαμποτάζ στις οικονομίες των κρατών. 


Όπως επίσης το ότι για να αντεπεξέλθουν στις διαφορετικές δουλειές θα πρέπει να είναι εκπαιδευμένοι και καταρτισμένοι σε πολλές κατηγορίες γνώσεων. Γιατί ο εργαζόμενος δεν θα είναι αρκετό να γνωρίζει μόνο ένα πόστο εργασίας, αλλά μια σειρά ασχολίες χάνοντας όλο και περισσότερο χρόνο από τη ζωή του στην απόκτηση αυτών των ανούσιων γνώσεων. Ο άνεργος παραμένει εργαζόμενος και μάλιστα χωρίς την ελάχιστή αμοιβή. Ο ελεύθερος χρόνος είναι δεσμευμένος και οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι μέσα στα όρια της εξουσίας για να παίρνουν τα διάφορα επιδόματα. Και όσο πιο πολλά επιδόματα παίρνουν από το κράτος τόσο πιο πολύ εξαρτημένοι είναι από αυτό, τόσο πιο πολύ τους στερείται η ελευθερία τους. 


Πρόκειται δηλαδή για μια προκλητική αντιστροφή της πραγματικότητας. Γιατί πέρα από το ότι έτσι και αλλιώς δεν θα υπάρχει αυτός ο περιβόητος «ελεύθερος χρόνος», η ελευθερία δεν είναι τμηματική (δηλαδή είμαστε ελεύθεροι μόνο εκτός δουλειάς), αλλά συνολική. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί παρά με την πλήρη καταστροφή του κράτους και την δημιουργία μιας κοινωνίας ισότητας και αλληλεγγύης.

ΜΙΣΘΩΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ: ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ 


Αλλά ας επανέλθουμε στις αλλαγές που διαδραματίζονται στις μέρες μας και τις επιπτώσεις που θα έχουν στη ζωή των ανθρώπων. Όπως ειπώθηκε, μεγεθύνεται η ψαλίδα της εργασιακής ζωής προς την παιδική ηλικία και μέχρι το έσχατο γήρας (δουλεία λίγων ωρών για χαρτζιλίκι-αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης). Οι συντάξεις παραμένουν ούτως ή άλλως πενιχρές και επιβαρύνονται συνεχώς με ανύπαρκτη κάλυψη σοβαρών ασθενειών, αγοράς φαρμάκων και αμοιβές γιατρών. Συγχωνεύονται τα ασφαλιστικά ταμεία και προτείνεται η ιδιωτική ασφάλιση ως εναλλακτική λύση, επιβαρύνοντας ακόμη μια φορά τους ανθρώπους που για μια ολόκληρη ζωή χρηματοδοτούσαν το κράτος, με αναγκαστικές εισφορές σε ΙΚΑ ,ΤΕΒΕ και τόσα άλλα ταμεία. Το κράτος συντηρούνταν από τα ταμεία αυτά, μιας και αποτελούσαν μια από τις κύριες πηγές δανεισμού του και αφού τα λεηλάτησε και βρήκε καινούργιες πηγές χρηματοδότησης (Ε.Ε.) τα εγκαταλείπει. Καταργούνται πολλά επιδόματα που συνδέονται με την ωραιοποιημένη («δείγμα μεγαλοψυχίας των εξουσιαστών») προσφώνηση του κράτους-πρόνοιας, εισάγοντας άλλα με βαρύγδουπα ονόματα (ΕΚΑΣ = επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης συνταξιούχων!!). Τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη θεωρούν τις πιο πάνω αλλαγές ως την μόνη δυνατή λύση που διαθέτουν αυτή την περίοδο για να στηρίξουν τις οικονομίες τους. Βλέπουμε λοιπόν ότι προσανατολίζονται προς αυτή την κατεύθυνση, άλλα με πιο γρήγορο και άλλα με πιο αργό ρυθμό. 


Επίσης προωθείται σταδιακά η απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων και η εργασία με συμφωνία ατομική με τον εργοδότη (μειωμένο ωράριο, περικοπή στις ασφαλιστικές εισφορές). Οι εποχιακοί εργαζόμενοι αποτελούν μεγάλο ποσοστό του συνόλου των εργαζομένων σε μεγάλα πολυκαταστήματα όπως το Βερόπουλο, Σκλαβενίτη, Λαμπρόπουλο κ.ά., αλλά και στο δημόσιο. Επίσης προτείνουν τρίμηνες άδειες χωρίς αποδοχές, μειωμένες αποζημιώσεις σε απολύσεις, κατάργηση κατώτατου μισθού. 


Ο θεσμός της εκπαίδευσης αναδιαμορφώνεται και αυτός για να προσαρμοστεί στις ανάγκες μιας συνεχούς επαγγελματικής περιπλάνησης. Πέρα από μια πληθώρα γνώσεων που τους προσφέρεται για να ανταποκριθούν στα νέα δεδομένα της μισθωτής σκλαβιάς, την «ελεύθερη» πρόσβαση στο πανεπιστήμιο και την ενίσχυση της ιδιωτικής εκπαίδευσης, ενισχύεται η στενότερη συνεργασία μεταξύ των πανεπιστημίων και των ιδιωτικών εταιριών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν αυτό της Γαλλίας, όταν το '94 οι νεολαίοι κατέβηκαν στο δρόμο, γιατί το κράτος πρότεινε μείωση 30-80% στους μισθούς των ανθρώπων που απασχολούνταν για πρώτη φορά με αντάλλαγμα την εκπαίδευση και την εμπειρία που θα αποκτούσαν στο χώρο της εργασίας. 


Στο πρόβλημα της ανεργίας προστίθεται και ο τρόπος λειτουργίας των πολυεθνικών, οι οποίες μετακινούν τα εργοστάσια τους σε κράτη με χαμηλά ημερομίσθια όπως Ινδονησία, Ταϊβάν, Κορέα, Μεξικό κ.ά. Επίσης έχουμε μια διαρκή συγχώνευση τους, δημιουργώντας θέσεις που απαιτούν μεγαλύτερη εξειδίκευση. Εξαφανίζονται καθημερινά, με αυτόν τον τρόπο, πολλά παραδοσιακά επαγγέλματα δημιουργώντας ένα σύγχρονο «αναλφαβητισμό», αφού οι άνθρωποι κάποιας ηλικίας είναι δύσκολο να εξοικειωθούν με τα νέα επαγγέλματα, τα οποία έχουν σχέση με πληροφορική, μικροηλεκτρονική και τηλεπικοινωνίες. 


Στο ελληνικό κράτος το φαινόμενο της ανεργίας τα τελευταία χρόνια ήταν και συνέπεια των συνεχόμενων ιδιωτικοποιήσεων και της απόλυσης χιλιάδων εργαζομένων. Οι άνθρωποι που ασχολούνται με την γεωργία αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα χρεών, μείωση της τιμής αγοράς των προϊόντων τους, ακόμη και πίεση να αλλάξουν τα προϊόντα που καλλιεργούσαν για δεκάδες χρόνια και να ευθυγραμμιστούν με τις ανάγκες για προϊόντα που έχει η Ε.Ε.. Η καταστροφική επέμβαση του κράτους στο περιβάλλον οδήγησε στην μείωση των ανθρώπων που ζούσαν από τα προϊόντα της θάλασσας και της υπαίθρου. Οι δύσκολες και ακριβές συνθήκες ζωής, σε συνδυασμό με την επικράτηση στην αγορά μεγάλων ονομάτων (τεράστια σούπερ-μάρκετ, εμπορικά κέντρα), οδηγούν σε χρεοκοπία χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, δημιουργώντας όχι απλά άνεργους αλλά και κατεστραμμένους οικονομικά ανθρώπους. Οι μετανάστες που τόσα χρόνια «καλούσαν» οι ντόπιοι εξουσιαστές σαν φτηνό εργατικό δυναμικό δεν θα τους είναι σε λίγο τόσο απαραίτητοι. Άλλωστε αυτό το σκηνικό το έχουμε ξαναδεί σε όλα τα κράτη που στηρίχτηκαν αρχικά οικονομικά στην εκμετάλλευση των μεταναστών και στην συνέχεια καλλιέργησαν ένα κλίμα ρατσισμού από τα ΜΜΕ για το διώξιμο αυτών των ανθρώπων σαν ανεπιθύμητων. 


Τα συνδικάτα σε όλη την Ευρώπη και όχι μόνο, σαν κομμάτι και μηχανισμός της κυριαρχίας, προωθούν τις αποφάσεις των κρατών. Για παράδειγμα τα ισπανικά συνδικάτα ζήτησαν από τη βουλή μείωση εργασίας και μισθού σαν λύση για την ανεργία. Ο ιταλικός τύπος δείχνει αγωνία γιατί «η διαπόμπευση των συνδικαλιστικών ηγεσιών είναι σημείο των καιρών και φυσικό τέκνο ενός κλίματος κοινωνικού εξεγερτισμού» και δηλώνει πως ανησυχεί «για τους ατίθασους εργάτες, οι οποίοι είναι οι νέοι μοχλοί της τρομοκρατίας». Η αίσθηση γενικευμένης δυσφορίας είναι έντονη απέναντι στις συνδικαλιστικές διαδικασίες. Η σημερινή παρηκμασμένη και εκφυλιστική εικόνα των συνδικάτων είναι το απομεινάρι ενός μηχανισμού που συνεχώς προσπαθεί να καταβροχθίσει τις ανεξέλεγκτες αγωνιστικές διαθέσεις. 


Η ύπαρξη στην Ευρώπη περίπου 18 εκατ. ανέργων, 50 εκατ. ανθρώπων σε οικονομική ανέχεια, 10 εκατ. μεταναστών έχει προκαλέσει αγωνία και φόβο στους εξουσιαστές ότι μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες εκρήξεις. Έχουν διαπιστώσει ότι το εξουσιαστικό τους όνειρο και όχι μόνο, κινδυνεύει να θρυμματιστεί μπρος σε μια γενικευμένη εξέγερση με αφορμή και την οικονομική δυσαρέσκεια, η οποία από όπου και αν ξεκινήσει θα συμπαρασύρει σαν ντόμινο όλες τις οικονομίες των επιμέρους κρατών. Μπορεί επίσης να σταθεί η αφορμή για μεγαλύτερες και συνολικότερες καταστροφές στην δομή και τους μηχανισμούς τους. Λόγω των κοινών συνθηκών εκμετάλλευσης θα εκφραστούν μέσα από μια συνθετική διεργασία και θα εκδηλωθούν με εξεγερτικούς τρόπους απέναντι στους δυνάστες τους. 


Η αλληλεγγύη μεταξύ των καταπιεσμένων δεν μπορεί και δεν εκφράζεται σαν φιλανθρωπική πράξη, ούτε μερικά και κομματιαστά, αλλά είναι στοιχείο του ευρύτερου αγώνα ενάντια σε κάθε κράτος και σε κάθε μορφή εξουσίας, για την κοινωνική απελευθέρωση. 


(Δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα ΕΞΕΓΕΡΣΗ τεύχος 37, Καλοκαίρι 2000)