Loading...

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ιδιότυπος «αντιθεωρητισμός» του Νόαμ Τσόμσκυ


Από τότε που o Νόαμ Τσόμσκυ αποφάσισε, στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και προτού η δυναμική των κοινωνικών κινημάτων βελτιώσει το κλίμα για την ενεργή ενασχόληση των πανεπιστημιακών με τα κοινά, να εγκαταλείψει τις προοπτικές της απρόσκοπτης πορείας που θα του εξασφάλιζε η ακαδημαϊκή καταξίωσή του στη γλωσσολογία και να αφιερωθεί παράλληλα στην πολιτική και στον ακτιβισμό (διοργανώνοντας νυχτερινά σεμινάρια για εργαζόμενους, συμμετέχοντας ενεργά σε τοπικά συμβούλια και σε συζητήσεις με μέλη συνδικάτων, σωματείων και ενοριών, περνώντας αμέτρητες ώρες τη βδομάδα απαντώντας σε επιστολές και e-mail, συγγράφοντας βιβλία και άρθρα, ταξιδεύοντας ανά τον κόσμο δίνοντας διαλέξεις και συνομιλώντας με ανθρώπους, αλλά και προβαίνοντας σε πράξεις πολιτικής ανυπακοής) έχει γίνει αντικείμενο κριτικής από ολόκληρο το ιδεολογικό φάσμα της διανόησης.

Η κριτική που ασκείται σε βάρος του έφτασε στο επίπεδο της λασπολογίας όταν του καταλογίστηκαν κάποιες ακραίες θέσεις. Mεταξύ άλλων, το ότι υπήρξε φιλοσοβιετικός και σταλινιστής, σοβινιστής, απολογητής των εγκλημάτων του Πολ Ποτ στην Καμπότζη, νεοναζιστής, αντισημίτης και αρνητής του Ολοκαυτώματος. Οι επιθέσεις αυτού του είδους, η ποιότητα των επιχειρημάτων που τις υποστηρίζουν και οι σκοπιμότητες που τις υποκινούν είναι εμφανείς σε δημοσιεύματα στα οποία μπορεί κανείς –εάν βρίσκει κάποια αξία σε αυτό– να ανατρέξει.[1] Aξίζει όμως να σταθούμε στην κριτική που προσάπτει στον Τσόμσκυ ένα τμήμα της αριστερής διανόησης. Συγκεκριμένα, στην επίμονη άρνησή του να ενδύσει με «θεωρητικό» περίβλημα τα γραπτά του πάνω στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν την ανθρωπότητα. Δηλαδή, στην παντελή απουσία θεωρητικής διάστασης στο κομμάτι του έργου του που αφορά το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο Τσόμσκυ, όντας στον ακαδημαϊκό χώρο από τη δεκαετία του ’40, έχοντας συμβάλει σημαντικά στη διερεύνηση πλείστων φιλοσοφικών και επιστημονικών ζητημάτων, βιώνοντας την κουλτούρα της διανόησης στις θετικές και ανθρωπιστικές επιστήμες από πρώτο χέρι, έχοντας γνωρίσει προσωπικά (και συνομιλήσει με) πολλούς από τους στοχαστές στο έργο των οποίων αναφέρεται, έχει το δικαίωμα να ασκεί κριτική σε ζητήματα ανθρωπιστικών επιστημών. Ωστόσο αυτό είναι ένα δικαίωμα το οποίο σπανίως ασκεί, αφού θεωρεί ότι «η εστίαση σε αφηρημένες συζητήσεις είναι ένας τρόπος να αποφύγει κανείς το δυσκολότερο και σημαντικότερο έργο της πραγματικής ενασχόλησης [με τα κοινά]».[2] Το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται, λέει, δεν είναι αυτοί που αποκαλούνται «αριστεροί κύκλοι διανόησης» αλλά οι εργαζόμενοι, ο λαός, κάτι που διαφαίνεται στη γλώσσα των γραπτών του και προκαλεί την περιφρόνηση τμημάτων της αριστερής διανόησης, που του καταλογίζουν απλοϊκότητα, ηθικισμό, ενίοτε και ελιτισμό. Συνεπώς, ένα σχεδόν ανυπέρβλητο εμπόδιο που θα αντιμετωπίσουν όσοι θέλουν, υποκινούμενοι από τη σημαντικότητά του ως αριστερού διανοούμενου, να αποκτήσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα του «αντιθεωρητισμού» του είναι ότι θα καταλήξουν σε μια σταχυολόγηση –συχνά ατεκμηρίωτων– ισχυρισμών που προκύπτουν μέσα από συνεντεύξεις και συζητήσεις σε δημόσια φόρα στο Διαδίκτυο.[3] Μέσα από την αποσπασματική εικόνα του «αντιθεωρητισμού» του προκύπτει ότι, όταν ο Τσόμσκυ καλείται να αιτιολογήσει το «θεωρητικό έλλειμμα» που χαρακτηρίζει το πολιτικό του έργο, χρησιμοποιεί ως αρνητικά σημεία αναφοράς εκείνα τα ρεύματα σκέψης που άσκησαν και ασκούν σημαντική επιρροή στους διανοούμενους – κυρίως το «μεταμοντερνισμό» και τη «μαρξιστική θεωρητικολογία».

Θεωρητικοποίηση και μετανεωτερικότητα

Ο Τσόμσκυ αποφαίνεται ότι έξω από τις θετικές επιστήμες είναι εξαιρετικά δύσκολο να έχει κάποιος καλές ιδέες, αφού στον κοινωνικό κόσμο υπάρχουν μόνο πολύ απλές και ενδιαφέρουσες ιδέες που είναι δύσκολες στη σύλληψη και συχνά (ιδιαίτερα στην περίπτωση των μετανεωτερικών) καταλήγουν να ενδύονται με πολύπλοκη ορολογία και «θεωρητικά» πλαίσια. Αυτό που βλέπει κατά κανόνα σε όσα από τα «μεγάλα» έργα των μετανεωτερικών επιχείρησε να διαβάσει είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, «εξαιρετικά επιτηδευμένο. Όταν διαβάζω πιο προσεκτικά, ανακαλύπτω ότι ένα μεγάλο μέρος του είναι απλώς μη στοιχειοθετημένο, βασισμένο σε εκπληκτική παρανάγνωση κειμένων που γνωρίζω καλά (ορισμένες φορές κείμενα που έχω γράψει εγώ ο ίδιος), σε επιχειρηματολογία που είναι τραγική λόγω της επιπόλαιας έλλειψης αυτοκριτικής, σε πολλούς ισχυρισμούς που είναι είτε ασήμαντοι (αν και ενδεδυμένοι με πολύπλοκη περιττολογία) είτε λανθασμένοι, καθώς και σε πολλές εμφανείς ασυναρτησίες».[4]

Συνεπώς, η γνωσιακή αναπηρία που αισθάνεται ο περισσότερος κόσμος όταν έρχεται σε επαφή με κείμενα που προέρχονται από τους μετανεωτερικούς χώρους είναι, σύμφωνα με τον Τσόμσκυ, απολύτως φυσιολογική. Οι περισσότεροι «θεωρητικοί» που δουλεύουν σε αυτούς τους χώρους δεν είναι ούτε ανειλικρινείς ούτε κοροϊδεύουν τους αναγνώστες τους ενσυνείδητα. Έχουν περάσει από μια επίπονη διαδικασία μύησης στη γλώσσα που χρησιμοποιούν, για την οποία έχουν πειστεί ότι διαθέτει εσωτερική συνοχή και ανταπόκριση στον πραγματικό κόσμο. Σε ορισμένες περιπτώσεις βέβαια, κυρίως στα «υψηλά κλιμάκια» των «θεωρητικών», ο Τσόμσκυ αποδίδει «αριβισμό ή ίσως την ανάγκη για αυτοεκτίμηση». Όπως γράφει: «Έχουμε κάθε δικαίωμα να είμαστε σκεπτικοί όταν δεν καταλαβαίνουμε κάτι [...] Θα πρότεινα να ζητήσετε απ’ όσους σας μιλούν για τα θαύματα των “θεωριών” και της “φιλοσοφίας” να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους – να κάνουν ό,τι οι φυσικοί, οι μαθηματικοί, οι βιολόγοι, οι γλωσσολόγοι και άλλοι επιστήμονες δέχονται ευχαρίστως να κάνουν όταν τους ζητιέται να εξηγήσουν τις αρχές με τις οποίες λειτουργούν, τις ενδείξεις στις οποίες βασίζονται, τι ερμηνεύουν οι συγκεκριμένες θεωρίες που δεν ήταν ήδη αυτονόητο κ.λπ.».

Από την επαφή του με το έργο των μετανεωτερικών και των υποστηρικτών τους, ο Τσόμσκυ δεν ισχυρίζεται ότι κομβικές έννοιες που έχουν πέραση ακόμα και σε χώρους έξω από τη μετανεωτερική βιβλιογραφία, όπως, για παράδειγμα, η «αποδόμηση», στερούνται νοήματος ή ενδιαφέροντος, αφού, όπως γράφει, «ορισμένες φορές γίνεται σημαντική και διορατική δουλειά σε μετανεωτερικά πλαίσια». Μάλιστα, η κριτική στάση του Τσόμσκυ απέναντι στo έργο των θεωρητικών της μετανεωτερικότητας και της αξίωσης που προβάλλουν ότι «το εγχείρημα του Διαφωτισμού έχει πεθάνει» δεν αναιρεί το ενδιαφέρον του για ερωτήματα γύρω από τη φύση της ορθολογικής αναζήτησης. Θεωρεί έγκυρα και έχει ασχοληθεί ο ίδιος εκτενώς με προβλήματα που αφορούν «το τι αποτελεί επιβεβαίωση ενός φαινομένου, το χαρακτήρα της μαθηματικής αλήθειας και των θεωρητικών οντοτήτων, τη χρήση στην οποία υπόκειται η ορθολογική αναζήτηση υπό ειδικές κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες και τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι συνθήκες επηρεάζουν την πορεία της κ.λπ.». Ωστόσο, όπως επισημαίνει, αυτά είναι ζητήματα που σπανίως απασχολούν τη μεγαλύτερη μερίδα των μετανεωτερικών. Oι τελευταίοι παίρνουν απλές ιδέες, τις ενδύουν με πολύπλοκη ορολογία και «θεωρητικά» πλαίσια και σκιαγραφούν μια θολή και ανεδαφική εικόνα για τη φύση της επιστήμης και της ορθολογικότητας.

Η «παρισινή σχολή»

Για τον Τσόμσκυ, τη μεγαλύτερη ευθύνη για τη διάδοση αυτής της τάσης φέρουν τα μέλη της «παρισινής σχολής: οι λεγόμενοι μεγάλοι θεωρητικοί», κι έχει αναφερθεί κατά καιρούς στους Λυοτάρ, Ντεριντά, Μποντριγιάρ, Λακάν, Κρίστεβα και Φουκώ. Αξίζει να αναφερθούμε στη μοναδική περίπτωση που δέχτηκε –πάντοτε με επιφυλάξεις, επειδή δεν του αρέσει να διατυπώνει σχόλια χωρίς να τα τεκμηριώνει– να δώσει κάποιες εξηγήσεις για τη λανθάνουσα αντιπάθειά του απέναντι στα μετανεωτερικά ρεύματα σκέψης. Ο Λακάν, με τον οποίο ο Τσόμσκυ είχε στο παρελθόν αρκετές συζητήσεις, χαρακτηρίζεται ως «φαιδρός, απόλυτα ενσυνείδητος τσαρλατάνος, αν και το πρώιμο έργο του, πριν από την περίοδο της προσωπολατρίας, ήταν κατανοητό και το έχω αναλύσει σε παλαιότερα δημοσιεύματά μου». Για την προσπάθειά του να διαβάσει τη Γραμματολογία του Ντεριντά (ένα έργο το οποίο, θεματικά τουλάχιστον, άπτεται ζητημάτων που έχουν να κάνουν με τον επιστημονικό κλάδο του Τσόμσκυ) γράφει: «Kατάφερα να καταλάβω ένα μέρος του, για παράδειγμα την κριτική ανάλυση κλασικών κειμένων που γνωρίζω καλά και για τα οποία έχω γράψει εκτενώς πριν από χρόνια [π.χ., του Σωσσύρ]. Από επιστημονική άποψη, τη βρήκα τραγική, βασισμένη σε οικτρή παρανάγνωση, και το επιχείρημα απέτυχε να φτάσει στα επίπεδα [ορθολογικότητας] τα οποία έχω συνηθίσει από παιδί». Ο ισχυρισμός φεμινιστριών φιλοσόφων της επιστήμης, όπως της Σάντρα Χάρντινγκ, που θέλει τις θετικές επιστήμες να αποτελούν ένα «αρσενικοκεντρικό και δυτικοκεντρικό πεδίο γνώσης», θυμίζει –λέει ο Τσόμσκυ– το χαρακτηρισμό «εβραϊκή επιστήμη» που κυκλοφορούσε την περίοδο πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όσο για τον Λυοτάρ και τη «μετανεωτερική εποχή», «περιμένω ακόμα κάποια ένδειξη ότι υπάρχει κάτι εδώ, εκτός από κοινοτοπίες και ανοησίες που εξυπηρετούν ιδίους σκοπούς. Μπορώ να εντοπίσω ορισμένους σπόρους αληθείας στο τεράστιο οικοδόμημα αδολεσχίας, αλλά είναι σίγουρα απλοί». Για το βασικό ισχυρισμό που διαπνέει το έργο πολλών μετανεωτερικών, ότι κάθε μορφή λόγου εμπεριέχει και αναπαράγει κάποιες εξουσιαστικές δομές, τονίζει: «Αυτό είναι τόσο αυτόδηλο, που μόνο ένας διανοούμενος θα το έβρισκε απροσδόκητο και θα επιχειρούσε να το ενδύσει με τα κατάλληλα πολυσύλλαβα […] Σκοπός μας πρέπει να είναι να συμβάλουμε στην απομυθοποίηση αυτού του λόγου».[5]

Ο Τσόμσκυ εξετάζει και το ενδεχόμενο η αδυναμία του να κατανοήσει το έργο των μετανεωτερικών να μην έχει να κάνει με το γεγονός ότι είναι μια «απάτη», αλλά με τον ίδιο: «Mπορεί να μου λείπει κάποιο γονίδιο [...] μπορεί να συντελείται κάποια γενετική μετάλλαξη [σε κάποιους διανοητές], οι οποίοι να έχουν δημιουργήσει μια μορφή “θεωρίας” που πηγαίνει πέρα από την κβαντική μηχανική, την τοπολογία κ.λπ. σε βάθος και εμβρίθεια». Εκείνο που εγείρει στον Τσόμσκυ την υποψία ότι μπορεί να μη φταίνε τα γονίδιά του αλλά κάτι άλλο είναι το γεγονός ότι, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του να απλουστευτούν γλωσσικά (δηλαδή να εκλαϊκευτούν) τα βασικά επιχειρήματα των θεωρητικών της μετανεωτερικότητας και οι όροι που έχουν επινοήσει, το αίτημά του δεν έχει ικανοποιηθεί.

Ο Φουκώ και η αντιπαράθεση του 1971

Ο Τσόμσκυ διαφοροποιεί ελαφρώς τη στάση του στην περίπτωση του Φουκώ, ο οποίος απείχε από τις ακρότητες που χαρακτηρίζουν τα μετανεωτερικά ρεύματα και, από αυτή την άποψη, συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνους, όπως ο Έντουαρντ Σαΐντ, οι οποίοι συνέβαλαν στη δημιουργία μιας γνήσιας αντικαθεστωτικής κουλτούρας στη δημόσια σφαίρα. Στο μεταγενέστερο έργο του συνυπάρχουν δύο αντικρουόμενα στοιχεία: Aπό τη μία, η απόρριψη των αρχών και των αξιών της κριτικής του Διαφωτισμού και, από την άλλη, το έργο ενός «δημόσιου» διανοούμενου ο οποίος αγωνίζεται για την αποκάλυψη των εξουσιαστικών δομών στους λόγους πάνω στους οποίους βασίζεται η καταπίεση του ανθρώπινου υποκειμένου. Από αυτή την άποψη, ο Τσόμσκυ αναγνωρίζει ότι στο ύστερο έργο του Φουκώ –κυρίως στα γραπτά που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό του– βρίσκει κανείς σημάδια αναθεώρησης της νιτσεϊκής αντίληψης περί γενεαλογίας της εξουσίας/γνώσης, η οποία δεν έχει χώρο για έννοιες όπως «διαφωτισμός», «αλήθεια», «ηθικές ευθύνες» και «αυτόνομη πολιτική βούληση».[6]

Σύμφωνα με τον Τσόμσκυ, οι ισχυρισμοί του Φουκώ είναι «πολύπλοκες και παραφουσκωμένες επαναδιατυπώσεις, τις οποίες άλλοι έχουν θέσει με μεγάλη απλότητα και χωρίς να διατείνονται ότι περιέχουν τίποτε βαθυστόχαστο».[7] Για παράδειγμα, το γεγονός ότι τους τελευταίους αιώνες υπήρξαμε, στις δυτικές κοινωνίες, μάρτυρες μιας μεγάλης μεταστροφής από σκληρούς μηχανισμούς καταπίεσης σε πιο ευφυείς μεθόδους ελέγχου των πολιτών είναι αυτόδηλο. «Εάν αυτό είναι “θεωρία”, τότε όλες οι κριτικές εναντίον μου είναι λανθασμένες: Έχω κι εγώ την ίδια “θεωρία”, αφού λέω ακριβώς το ίδιο εδώ και χρόνια, τεκμηριώνοντάς το πάντα και δίνοντας το ιστορικό πλαίσιο, αλλά χωρίς να το περιγράφω ως “θεωρία” (επειδή δεν αξίζει αυτόν το χαρακτηρισμό), χωρίς να χρησιμοποιώ σύνθετη ρητορική (επειδή είναι τόσο απλό) και χωρίς να ισχυρίζομαι ότι είναι κάτι καινούργιο (επειδή είναι αυτονόητο)». Προσθέτει ότι είναι γνωστό εδώ και πολύ καιρό το γεγονός ότι, καθώς περιορίζεται η δυνατότητα του κράτους και των καθεστηκυιών τάξεων να ελέγξουν και να εξαναγκάσουν τον πληθυσμό, γίνεται ολοένα πιο σημαντικό γι’ αυτούς να καταφύγουν σε αυτό που η βιομηχανία δημοσίων σχέσεων αποκαλεί εδώ κι έναν αιώνα «έλεγχο του κοινού νου». Ο Τσόμσκυ παραπέμπει στον Χιουμ, ο οποίος από το 18ο αιώνα είχε επισημάνει ότι ο έλεγχος των ανθρώπινων αντιλήψεων και των νοοτροπιών καθορίζεται σε τελική ανάλυση «“από την ανομολόγητη υποταγή με την οποία οι άνθρωποι υποτάσσουν τα δικά τους αισθήματα σε εκείνα των κυβερνητών τους”. Το γιατί αυτά τα αυτόδηλα πράγματα πρέπει ξαφνικά να γίνουν “θεωρίες” ή “φιλοσοφία” άλλοι πρέπει να μας το εξηγήσουν – ο Χιουμ θα γελούσε».

Στην εκτενή αντιπαράθεση μεταξύ του Τσόμσκυ και του Φουκώ το 1971, που εκ των υστέρων τιτλοφορήθηκε «Ανθρώπινη φύση: δικαιοσύνη και ισχύς»,[8] ο Τσόμσκυ τάσσεται υπέρ της δημιουργίας πολιτικών δομών που βασίζονται σε μια βιολογική θεωρία τού πώς είναι οι άνθρωποι ανεξάρτητα από τους ιστορικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που τους διαμορφώνουν. Ο Φουκώ διαφωνεί με το παραπάνω, επισημαίνοντας ότι η θέση αυτή είναι επικίνδυνη πολιτικά και ηθικά, αφού η βιολογία και η γλωσσολογία αποτελούν ιστορικά κατασκευάσματα, στενά συνδεδεμένα με την εξουσία. Αφετηρία ενός κομβικού σημείου στη συζήτηση είναι η τοποθέτηση του Τσόμσκυ ότι «ένας λογικός άνθρωπος θα επιχειρήσει να αντισταθεί» στα σημεία εκείνα όπου το νομικό μας σύστημα δεν εξυπηρετεί τη δικαιοσύνη αλλά αναπαράγει τεχνικές καταπίεσης που βρίσκονται κωδικοποιημένες στο καπιταλιστικό σύστημα. Στην απάντησή του ο Φουκώ δηλώνει ότι έννοιες όπως «προσωπική ευθύνη», «ευαισθησία», «δικαιοσύνη» και «νόμος» δεν είναι παρά «ιδεολογικά σύμβολα» που στερούνται πάσης νομιμότητας. «Το προλεταριάτο δεν κηρύσσει πόλεμο κατά της άρχουσας τάξης επειδή πιστεύει ότι ο πόλεμος αυτός είναι δίκαιος», τόνισε ο Φουκώ. «Το προλεταριάτο κηρύσσει πόλεμο κατά της άρχουσας τάξης επειδή θέλει να κατακτήσει την εξουσία».[9] Οι ερωτήσεις του κοινού απευθύνονται αποκλειστικά στον Τσόμσκυ, ο οποίος επιχειρηματολογεί κατά του ηθικού σχετικισμού του Φουκώ, επικαλούμενος παραδείγματα που αφορούν την αποκέντρωση της κρατικής εξουσίας, το ρόλο των διανοουμένων και των φοιτητών, τη σχέση που έχει καλλιεργήσει ο ίδιος με το πανεπιστήμιό του και το δυνητικά χειραφετικό ρόλο της τεχνολογίας. Χρόνια αργότερα ο Τσόμσκυ θα πει εμπιστευτικά στο βιογράφο του Φουκώ, Τζέημς Μίλερ, για εκείνη τη συνάντηση του 1971: «Ποτέ μου δεν γνώρισα τόσο αμοραλιστή άνθρωπο [...] Μαζί του ένιωθα σαν να κατοικούσαμε σε διαφορετικά ηθικά σύμπαντα».

Μαρξισμός και προσωπολατρία

Ο Τσόμσκυ συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούν ότι η περίφημη «υπόθεση Σόκαλ», ακόμα και στην πιο καλοπροαίρετη εκδοχή της, υπήρξε ενδεικτική του επιπόλαιου τρόπου με τον οποίο μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας ερμηνεύουν και κάνουν χρήση των όρων «θεωρία» και «επιστήμη» για ιδίους σκοπούς. Η κατάχρηση αυτών των όρων δεν περιορίζεται, όπως παρατηρεί ο Τσόμσκυ, στους μετανεωτερικούς, δηλαδή σε όσους επαγγέλλονται το «θάνατο» του διαφωτιστικού προγράμματος, αλλά παρατηρείται και στα μαρξιστικά ρεύματα σκέψης. Σε μια εποχή που ήταν σύνηθες για έναν αριστερό διανοούμενο να βασίζει την επιχειρηματολογία του στο έργο του Καρλ Μαρξ και του Φρήντριχ Ένγκελς ή να επικαλείται διάφορες σχολές της μαρξιστικής σκέψης (λενινισμό, σταλινισμό, τροτσκισμό, μαοϊσμό), ο Τσόμσκυ ήταν από τους ελάχιστους που δεν ακολούθησαν αυτόν το δρόμο, βλέποντας στο μαρξισμό όλα τα στοιχεία μιας λανθάνουσας θρησκευτικότητας. Η εμπιστοσύνη του στην καρτεσιανή κοινή λογική (στην ορθολογιστική παράδοση που χρονολογείται από το 18ο αιώνα –με επιφανείς υποστηρικτές τον Χάμπολτ, τον Μπακούνιν και τη Λούξεμπουργκ, μεταξύ άλλων– και στοχεύει στη θρέψη των ελευθεριακών και δημιουργικών μορφών που ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο) υπήρξε απόλυτη.[10]

Ο Τσόμσκυ παρατηρεί ότι αυτό που πολλοί μαρξιστές έχουν κρατήσει από τον Μαρξ είναι κάποιες «δεξιές» –και σε μεγάλο βαθμό παραμορφωτικές– ερμηνείες του «ύστερου» έργου του, και σίγουρα όχι τις ελευθεριακές ερμηνείες των Ρόζα Λούξεμπουργκ, Καρλ Κορς, Αντόν Παννεκούκ, Πωλ Ματτίκ και άλλων επικριτών του λενινισμού. Ο Μαρξ υπήρξε πρωτίστως ένας θεωρητικός του καπιταλισμού, χωρίς να είναι οπαδός του οικονομικού ντετερμινισμού: «Aναφερόταν στον τρόπο με τον οποίο οι επιλογές επηρεάζονται από υλικά και άλλα συμφέροντα που προσδιορίζονται με ταξικούς όρους, καθώς και στη σημασία των παραγωγικών σχέσεων στον καθορισμό των τάξεων και στα στοιχεία που τις συγκροτούν». Στο ύστερο έργο του διαφαίνεται συχνά ένας «εξαιρετικά αυταρχικός ακτιβιστής κι ένας κριτικός αναλυτής του καπιταλισμού που είχε ελάχιστα να μας πει για εναλλακτικές σοσιαλιστικές λύσεις». Αλλά ακόμα και στον ύστερο Μαρξ αγνοούνται συλλήβδην (ή, στην καλύτερη περίπτωση, αποδίδονται σε γεροντικές ασυναρτησίες) οι αναθεωρήσεις που πραγματοποίησε προς το τέλος της ζωής του σε σχέση με τη δυνατότητα να επαναστατήσουν οι ακτήμονες στη Ρωσία και σε άλλες μη-βιομηχανοποιημένες χώρες.[11] Αυτό που έχει κυριαρχήσει στις μαρξιστικές σχολές, είτε ρητά είτε υπόρρητα, είναι το νομοτελειακό στοιχείο στο έργο του Μαρξ και η αξίωση ότι αντιπροσώπευε τη μοναδική επιστημονική αλήθεια βάσει κάποιων «νόμων» ή «σταδίων» της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας, που έχουν οδηγήσει ακόμα και σε απόπειρες στοιχειοθέτησης της ανάγνωσης του έργου του ως έργου «επιστημονικού».

Στο νεαρό Μαρξ ο Τσόμσκυ βλέπει μια φιγούρα του ύστερου Διαφωτισμού, με στοιχεία από τους πρώτους κλασικούς φιλελεύθερους και από το γαλλικό και γερμανικό ρομαντισμό. Σημειώνει ομοιότητες στη συζήτηση περί «φυσικών δικαιωμάτων» του Χάμπολντ, στην κριτική που ασκεί ο Ρουσσώ στους σύγχρονους κοινωνικούς θεσμούς, στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα και στην Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα του Μαρξ: «Η “αποξένωση” των εργατών όταν η εργασία είναι “εξωτερική” προς τον εργάτη και όχι μέρος της φύσης του [...] η βαρβαρότητα και η μηχανοποίηση στην οποία οδηγούνται από την αποξένωση [...] η ανάγκη να ζει κανείς μια “παραγωγική ζωή” [και] η επισήμανση ότι η εργασία έχει γίνει “όχι μόνο ένας τρόπος διαβίωσης, αλλά η πρωταρχική μας ανάγκη στη ζωή”».[12] Eκτός από την ύστερη αναθεώρηση του Μαρξ για τη δυνατότητα επανάστασης στις μη-βιομηχανοποιημένες χώρες του Νότου, ο Τσόμσκυ ισχυρίζεται ότι τα νήματα που συνδέουν τον Μαρξ με τις βασικές ιδέες του Διαφωτισμού μπορούν να βρεθούν ακόμα και στο Κεφάλαιο, καθώς και στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, όπου ανακαλύπτει κανείς τη διαπίστωσή του ότι η αναγωγή του ανθρώπου «σε ένα εξάρτημα των μηχανημάτων, σε ένα εξειδικευμένο εργαλείο της παραγωγής, μπορεί καταρχήν με τη σωστή ανάπτυξη και χρήση της τεχνολογίας να υπερνικηθεί και να μην ενισχυθεί, αλλά όχι κάτω από τον αυταρχικό έλεγχο της παραγωγής, απ’ όσους επιθυμούν να μετατρέψουν τον άνθρωπο σε ένα εργαλείο για να εξυπηρετήσουν τους στόχους τους».[13]

Όσο για τις ανάμεικτες αντιδράσεις της Αριστεράς απέναντι στην πτώση του «υπαρκτού», ο Τσόμσκυ επισημαίνει ότι αφήνουν να διαφανεί ένα «ασημένιο περίγραμμα» στο «σκοτεινό σύννεφο» της θεωρητικολογίας. Εμπεριέχουν, δηλαδή, τις προοπτικές ενός ευρύτερου αναστοχασμού γύρω από τη φύση και την αναγκαιότητα υπέρβασης μιας ιδιότυπης θεωρητικοποίησης, που εγκρύπτει (όπως η μετανεωτερικότητα εγκρύπτει μια σιωπηρή εκστρατεία κατά των αρετών της σαφήνειας και του ορθολογικού λόγου) στοιχεία προσωπολατρίας που είναι έμφυτα στο μαρξισμό, καθώς και τη διαχειριστική τάση της «πρωτοπορίας» να αποστασιοποιηθεί από υπαρκτά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα μέσα από την καλλιέργεια ενός λόγου που ενισχύει την παθητικότητα των ανθρώπων, για τους οποίους ισχυρίζεται ότι αγωνίζεται. Η εκλαΐκευση, τονίζει ο Τσόμσκυ, δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ζήτημα που εναπόκειται στην κρίση των θεωρητικών και των φιλοσόφων – είναι ένδειξη βαθιάς κατανόησης ενός αντικειμένου και μια αναγκαία διαδικασία χειραφέτησης και αποδυνάμωσης των εξουσιαστικών δομών.

Ο «αντιθεωρητισμός» των λαϊκών αγώνων

Στο έργο του Τσόμσκυ η ίδια η ιστορία των λαϊκών αγώνων αποτελεί τη βασικότερη πηγή από την οποία αντλεί ενδείξεις που αιτιολογούν την περιφρόνησή του απέναντι στις κατηγορίες περί «αντιθεωρητισμού».[14] Αποφαίνεται ότι ένας από τους μεγαλύτερους μύθους (που βρίσκει σύμφωνους τους φιλελεύθερους κρατιστές και τους μαρξιστές) είναι η αντίληψη του πολιτισμού και της πνευματικής κουλτούρας ως επιφαινόμενα της οικονομικής βάσης – ακριβώς το αντίθετο προκύπτει από την ιστορία των εργατικών κινημάτων και τη διακριτή εργατική κουλτούρα που αναδύθηκε. Η αλλοτρίωση του εργάτη και η ολοκληρωτική διάβρωση της εργατικής κουλτούρας που άρχισε να συντελείται και ήταν πιο έντονη στις απαρχές της βιομηχανοποίησης προκάλεσαν την αντίδραση της εργατικής τάξης, η οποία το 19ο και τον 20ό αιώνα αγωνίστηκε σκληρά κατά της επιβολής αυτού που ο Mαρξ περιέγραφε ως «εξαθλίωση», «καταπίεση», «μισθωτή σκλαβιά», «αφαίρεση των στοιχειωδών μας δικαιωμάτων», «μετατροπή μας σε εργαλεία της παραγωγής». Oι εργάτες αγωνίζονταν ενάντια στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα της εποχής όχι μόνο επειδή αυτό υπονόμευε το οικονομικό τους επίπεδο, αλλά κυρίως επειδή τους αφαιρούσε την κουλτούρα, τη δημιουργικότητα και την ανεξαρτησία τους, μετατρέποντάς τους σε αστόχαστα εργαλεία της παραγωγής: «Aυτά ήταν φυσικές αντιδράσεις. Δεν χρειαζόταν να έχεις εκπαιδευτεί σε αυτά τα πράγματα ή να έχεις διαβάσει Μαρξ. Είναι απλώς υποτιμητικό να πρέπει να ακολουθήσεις προσταγές, να μένεις κλεισμένος σε ένα μέρος όπου αναγκάζεσαι να μοχθείς επί δώδεκα ώρες την ημέρα και μετά να πηγαίνεις σε έναν κοιτώνα όπου επιβλέπουν την ηθική της συμπεριφοράς σου».[15] Eίναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι πολλοί τεχνίτες, βιοτέχνες και αυτεπάγγελτοι πλήρωναν παιδιά για να τους διαβάσουν κλασικούς συγγραφείς τις νυχτερινές ώρες μετά τη δουλειά.

Στις απαρχές της βιομηχανικής επανάστασης, τη δεκαετία του 1820, ένα μεγάλο μέρος της οργάνωσης του αμερικανικού εργατικού κινήματος οφειλόταν σε νεαρά κορίτσια, με ελλιπή συνήθως μόρφωση, τα οποία έφευγαν από τα αγροκτήματα και την ύπαιθρο και πήγαιναν να δουλέψουν σε εργοστάσια. Οι γυναίκες αυτές αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού της χώρας, εν μέρει επειδή θεωρούνταν το πιο χειραγωγήσιμο τμήμα του πληθυσμού. Μερικά από τα σημαντικότερα εργατικά περιοδικά της περιόδου είχαν ως αρχισυντάκτριες γυναίκες, οι οποίες ήταν οι κύριες υπεύθυνες για τη διαμόρφωση της εργατικής συνείδησης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πριν από την ανάδυση των εμπορικών ΜΜΕ, που βασίζονταν στις διαφημίσεις, στην εταιρική χρηματοδότηση και στην τεράστια βιομηχανία δημοσίων σχέσεων, συνδικαλιστικά σωματεία, μειονοτικές ομάδες και οι παραπάνω γυναίκες συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία ενός εντυπωσιακού, ανεξάρτητου εργατικού Τύπου με βαθιά πνευματική κουλτούρα και βασικό άξονα την ιδέα της εργατικής αυτοδιεύθυνσης.

Ο εγχώριος εργατικός Τύπος και η κουλτούρα που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της ανάδυσης και ενδυνάμωσης της εργατικής τάξης χαρακτηρίζονταν από ριζοσπαστικές ιδέες, οι οποίες προέρχονταν από την εμπειρία και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής χωρίς να συνδέονται με το ριζοσπαστισμό στην Ευρώπη (ακόμα και στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, θεωρητικούς όπως τον Τζων Στιούαρτ Μιλλ ή τον Μαρξ οι περισσότεροι δεν τους είχαν καν ακουστά). Επικρατούσε η πεποίθηση ότι η μισθωτή εργασία είχε ελάχιστες διαφορές από τη σκλαβιά και ότι το βιομηχανικό σύστημα έπρεπε να ανατραπεί και να δημιουργηθεί ένα δημοκρατικό σύστημα που θα ελεγχόταν από τους εργάτες. Οι προσπάθειες αυτές αρχικά οδήγησαν σε βίαιες συγκρούσεις. Σε πόλεις όπως η Φιλαδέλφεια, όπου έγιναν προσπάθειες μεταβίβασης της διεύθυνσης της παραγωγής στους ίδιους τους παραγωγούς, το εγχείρημα κατεστάλη διά της βίας. Στη συνέχεια καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια να συσκοτιστεί η εργατική συνείδηση μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και των μέσων ενημέρωσης, απόρροια της ανόδου των πολυεθνικών εταιριών και της συμμαχίας τους με το καπιταλιστικό κράτος.[16] Συνεπώς, το ζητούμενο για τον Τσόμσκυ είναι να ανακτηθούν τα στοιχεία ορθολογικότητας που είναι σύμφυτα με τις προσπάθειες που έγιναν προκειμένου να δημιουργηθεί μια διακριτή εργατική κουλτούρα και λαϊκή συνείδηση.

Ελευθεριακός σοσιαλισμός

Απορρίπτοντας τη θεμελιακή μετανεωτερική αρχή που θέλει το πρόταγμα του Διαφωτισμού να έχει «πεθάνει», αλλά και υποδεικνύοντας τις αυταρχικές εγελιανές ρίζες του κρατικού καπιταλιστικού συστήματος και του αυταρχικού σοσιαλισμού, οι ιδέες του Τσόμσκυ εμπνέονται από μια θεμελιώδη αρχή: Kάθε μορφή εξουσίας και ιεραρχίας που δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξή της πρέπει να αμφισβητηθεί και, εντέλει, να ανατραπεί. Παρόλο που το γλωσσολογικό του έργο δεν συνδέεται κατά έναν επιστημονικά πειστικό τρόπο με τα πολιτικά του γραπτά (κάτι που πρώτος ο ίδιος επισημαίνει), οι δύο όψεις της σκέψης του δεν παύουν να συγγενεύουν. Tόσο οι πολιτικές ιδέες του Τσόμσκυ, εμπνευσμένες από την παράδοση του ελευθεριακού σοσιαλισμού, όσο και το έργο του στη γλωσσολογία εκπορεύονται από ορισμένες αντιλήψεις του για την ανθρώπινη φύση. Ανήκοντας στην παράδοση του «προγράμματος του Διαφωτισμού», των κλασικών φιλελεύθερων (μαζί με τον Ντεκάρτ, τον Χάμπολντ, τον Ρουσσώ και τον Τζων Ντιούη) και του πρώιμου ρομαντισμού, ο Τσόμσκυ είναι πεπεισμένος ότι κάθε άνθρωπος έχει μια «ηθική φύση» και μια βασική ροπή προς την αυτονομία, και ότι αυτά τα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης στηρίζουν τα κοινωνικά ιδανικά του ελευθεριακού σοσιαλισμού. Ορισμένα σημαντικά συστατικά χαρακτηριστικά των κοινωνικών συστημάτων –όπως η χρήση μεθόδων εξαπάτησης και βίας με στόχο τη διαιώνιση άδικων συνθηκών– μπορούν να εξηγηθούν με βασικό σημείο αναφοράς την αυτονομία και την ηθική φύση του ανθρώπου. Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης εμπεριέχουν την ελπίδα για βελτίωση των συνθηκών κοινωνικής οργάνωσης από ηθική σκοπιά. Αυτή η εικόνα της ανθρώπινης φύσης παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με την ιδέα της καθολικής γραμματικής, η οποία ενυπάρχει στους ανθρώπους παρά την εμφανή τυπολογική ανομοιογένεια των γλωσσών. Το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί στο σημείο αυτό είναι ότι κάθε μορφή εξουσίας ή ιεραρχίας (στην εποχή μας, οι συγκεντρωμένες τυραννίες των πολυεθνικών επιχειρήσεων, αλλά και ο κρατικός καπιταλισμός), η οποία όχι μόνο εμποδίζει την καλλιέργεια της έμφυτης γλωσσικής μας δημιουργικότητας, αλλά μας μεταμορφώνει σε παθητικά εργαλεία του συστήματος παραγωγής, θα πρέπει να αμφισβητηθεί και, εντέλει, να ανατραπεί.

Μέσα από αυτήν τη σχηματική εικόνα, η οποία –πρέπει να τονιστεί– δεν εδράζεται σε κάποια συνεκτική «θεωρία» της κοινωνίας ή της δικαιοσύνης, εντοπίζουμε τις θεμελιώδεις αρχές που διαπνέουν ολόκληρο το έργο του Τσόμσκυ. Ένας από τους λόγους που η στάση του απέναντι στο σύνολο των ανθρωπιστικών επιστημών δεν είναι σαφής είναι, όπως ήδη επισημάναμε, επειδή ο ίδιος δεν αναφέρεται παρά σπανίως σε πολλούς οι οποίοι χαρακτηρίζονται «στοχαστές» και «διανοούμενοι» – κι αυτό μόνο κατόπιν επίμονων πιέσεων στο πλαίσιο των συνεντεύξεων και της αλληλογραφίας του. Tο γεγονός αυτό όχι μόνο δυσχεραίνει το εγχείρημά μας, αλλά εγείρει και το ερώτημα: «Γιατί ο Τσόμσκυ τη στιγμή που αφιερώνει όλο του το χρόνο στο να αποκαλύπτει την υποκρισία και τη συσκότιση στην οποία εμπλέκονται τα μαζικά μέσα ενημέρωσης (όπως οι New York Times και το CNN, επιστημονικά περιοδικά, διεθνολόγοι κ.ά.), δεν αφιερώνει ανάλογο χρόνο στο να εκθέτει τις απάτες, τα ψεύδη και τις ασυναρτησίες που ο ίδιος εντοπίζει σε τμήματα της διανόησης;». Ερωτώμενος γιατί δεν επιχειρεί να συστηματοποιήσει την κριτική του απέναντι στους μετανεωτερικούς, κατ’ επέκταση και στους υπόλοιπους θεωρητικούς-διανοητές στους οποίους έχει αναφερθεί κατά καιρούς, ο Τσόμσκυ έχει απαντήσει ότι η επίδραση που ασκούν στην πλειονότητα του πληθυσμού είναι μηδαμινή σε σύγκριση με την αντίστοιχη των μεγάλων μέσων ενημέρωσης. Τονίζει ότι δεν τον ενδιαφέρουν οι τρόποι με τους οποίους οι διανοούμενοι «διογκώνουν τη φήμη τους, κατακτούν προνόμια και κύρος και αποσυνδέονται από οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής στους λαϊκούς αγώνες».[17] Εξάλλου, επισημαίνει ότι εκείνοι που θεωρούνται διανοούμενοι ανήκουν συνήθως στα πιο πειθαρχημένα και αντιπνευματικά τμήματα της κοινωνίας.[18]

Οι «ιδιοτυπίες» του αντιθεωρητισμού

Η κατηγορία ότι το πολιτικό έργο του Τσόμσκυ είναι «αντιθεωρητικό» δεν μπορεί παρά να μείνει ουσιαστικά αναπάντητη, αφού βασίζεται στην επίκληση των ίδιων θεωρητικών σχημάτων που ο Τσόμσκυ απορρίπτει. Εντούτοις μας βγάζει ο ίδιος από τον κόπο, αποδεχόμενος την κατηγορία, με την παρενθετική επισήμανση ότι το έργο του «είναι εξίσου “θεωρητικό” με οποιουδήποτε άλλου, απλώς δεν το βαπτίζω “θεωρητικό” αλλά “επουσιώδες”, κάτι που είναι». Σε αυτό το σημείο ακριβώς συνίσταται μία από τις «ιδιοτυπίες» του «αντιθεωρητισμού» του: στην πεποίθηση ότι, μολονότι το πολιτικό του έργο δεν προβάλλει θεωρητικές αξιώσεις, είναι εξίσου «θεωρητικό» με εκείνο των πολιτικών και κοινωνικών θεωρητικών. H παραπάνω θέση συνδέεται με την αντίληψη του Tσόμσκυ για τις ανθρωπιστικές επιστήμες, καθώς και για το ρόλο και τη λειτουργία ενός μεγάλου τμήματος της διανόησης. Έξω από τις θετικές επιστήμες, στο πολύπλοκο πεδίο των ανθρώπινων σχέσεων και της κοινωνικής οργάνωσης, για το οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα με μεγάλη σιγουριά, ο Τσόμσκυ πιστεύει ότι σπανίως βρίσκει κάποιος φαινόμενα που να μην μπορούν να εξηγηθούν με τη χρήση «μονοσύλλαβων λέξεων».[19] Αυτό δεν σημαίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν γίνεται αξιόλογη δουλειά στις πολιτικές και κοινωνικές σπουδές – όταν οι ερευνητές παράγουν σοβαρό και ουσιαστικό έργο, ο Τσόμσκυ το επισημαίνει και το χρησιμοποιεί.[20]

Ο Τσόμσκυ υποδεικνύει και τη σημασία που αποδίδεται στα πιστοποιητικά προσόντων (credentials) στο χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών: «Μιλώντας γενικά, νομίζω ότι είναι δίκαιο να πούμε ότι όσο πιο πλούσιο είναι το πνευματικό περιεχόμενο ενός [επιστημονικού] πεδίου τόσο λιγότερη σημασία δίδεται στα πιστοποιητικά προσόντων και τόσο περισσότερη στο περιεχόμενο». Η δουλειά του Τσόμσκυ σε ορισμένους τομείς των μαθηματικών, για παράδειγμα, ένα πεδίο στο οποίο είναι αυτοδίδακτος, έχει αναγνωριστεί από τη μαθηματική κοινότητα – γεγονός που καταμαρτυρούν και οι προσκλήσεις που δέχεται για να μιλήσει σε σεμινάρια και συμπόσια. Σε αυτά κανείς δεν τον ρωτάει αν έχει τα προσόντα να αναφερθεί σε μαθηματικά ζητήματα: «Ένας μαθηματικός ενδιαφέρεται για το αν έχω δίκιο ή όχι, αν το θέμα με το οποίο ασχολούμαι έχει ενδιαφέρον και αν υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι προσέγγισής του. Oι συζητήσεις αφορούν το περιεχόμενο των ισχυρισμών μου και όχι το δικαίωμά μου να τους διατυπώνω». Δεν ισχύει όμως το ίδιο όσον αφορά την ενασχόληση με την κοινωνική πραγματικότητα, για την οποία οφείλει κανείς να έχει τα κατάλληλα «πιστοποιητικά» για να μιλήσει, ιδιαίτερα αν επιχειρήσει να ξεφύγει από το επιτρεπτό πλαίσιο σκέψης.[21] Πράγματι, ο Τσόμσκυ έχει κατηγορηθεί πολλές φορές ότι δεν διαθέτει «πιστοποιητικά προσόντων» στα πεδία των πολιτικών επιστημών, των διεθνών σχέσεων και της κοινωνιολογίας – γεγονός που είναι κατανοητό, σύμφωνα με τον ίδιο, αφού ένα μεγάλο μέρος του πανεπιστημιακού λειτουργήματος αφορά πλέον τη διεκδίκηση μιας ιδιαίτερης θέσης (niche) στο ακαδημαϊκό στερέωμα, το δικαίωμα στον τίτλο «δημόσιος διανοούμενος», αλλά και την πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων (κράτος, πολυεθνικές κ.λπ.) σε ρόλο συμβούλου.[22] Συνεπώς, η αποδοχή της ιδέας ότι οι διεθνείς σχέσεις, τα πολιτικά συστήματα και ο κοινωνικός κόσμος μπορούν να κατανοηθούν χωρίς την καταφυγή σε ιδεατές κατασκευές με επιστημονικό περίβλημα θα είχε καταστροφικές συνέπειες για ένα μεγάλο τμήμα του θεσμικού στερεώματος των ανθρωπιστικών επιστημών, καθώς και των υλικών απολαβών, του κοινωνικού κύρους και της εξουσίας που αυτό αποφέρει.

Στο σημείο αυτό διαφαίνεται πιο καθαρά η αμφίσημη και αμφιλεγόμενη στάση του Τσόμσκυ απέναντι στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Παρόλο που δεν διστάζει να αναφερθεί στο έργο πολιτικών και κοινωνικών στοχαστών, αποφαίνεται ότι η ελάχιστη γνώση που έχουμε για τα συστατικά στοιχεία της κοινωνίας και της ανθρώπινης φύσης «μας εμποδίζει να δομούμε περιγραφές που έχουν ιδιαίτερο θεωρητικό βάθος, εμπειρική στήριξη ή προγνωστική αξία σε ό,τι αφορά τα ζωτικά ανθρώπινα ζητήματα».[23] Όταν επικεντρωνόμαστε σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπως στη φύση της οικογένειας ή στους τρόπους λειτουργίας μιας πιο δίκαιης και ελεύθερης οικονομίας, προκύπτουν πολλά ερωτήματα και αντιπαραθέσεις: «Αλλά αυτό είναι απολύτως θεμιτό. Η φυσική δεν μπορεί να εξηγήσει πώς το νερό ρέει από τη βρύση του νεροχύτη μας. Όταν επιχειρούμε να θίξουμε πιο πολύπλοκα ζητήματα ανθρώπινης σημασίας, η κατανόησή μας είναι εξαιρετικά ανεπαρκής και υπάρχει πολύς χώρος για διαφωνία, πειραματισμό, πνευματική και καθημερινή διερεύνηση πιθανοτήτων, με στόχο να μπορέσουμε να μάθουμε περισσότερα».[24] Φυσικά, αυτό δεν συνεπάγεται πως οτιδήποτε μπορεί να ειπωθεί για τον κοινωνικό κόσμο είναι αυτόδηλο, αφού υπάρχουν γενικεύσεις και νοερές συλλήψεις, όπως πολλές ενδιαφέρουσες και εμπειρικά τεκμηριωμένες ιδέες, που δεν είναι αυτόδηλες.[25]

Όπως λέει συχνά σε συνεντεύξεις του ο Τσόμσκυ, προβληματίζεται από το γεγονός ότι οι μόνοι που του θέτουν «θεωρητικά» ζητήματα, καταλήγοντας συνήθως στο ερώτημα «Πείτε μου, τι μπορώ να κάνω;», ανήκουν στις προνομιούχες κοινωνικές τάξεις. Ωστόσο, όταν συναντά ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά και στις δυτικές κοινωνίες, οι οποίοι ζουν υπό δυσμενείς συνθήκες και περιορισμούς που φαντάζουν ανυπέρβλητοι, εκείνοι είναι που του λένε τι κάνουν, με ποιους τρόπους οργανώνονται και τι επιδιώκουν μέσα από τους αγώνες τους.[26] Ο «αντιθεωρητισμός» του Τσόμσκυ απορρέει από την εικόνα που έχει για την έμφυτη ευφυΐα και δημιουργικότητα της ανθρώπινης φύσης, την οποία στηρίζει επικαλούμενος τους ιστορικούς αγώνες της εργατικής τάξης, όπως, για παράδειγμα, το λαϊκό Tύπο, που αναδύθηκε μέσα από την Αγγλική Επανάσταση και τους εργατικούς αγώνες του 19ου και του 20ού αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά απορρέει και από τη γενικότερη σημασία που αποδίδει στην πολιτική διάσταση κάθε απόπειρας θεωρητικοποίησης του κοινωνικού κόσμου, βασιζόμενος στον άρρητο συλλογισμό ότι, ασχέτως εάν τα ιδεατά κατασκευάσματα-προϊόντα αυτής της διαδικασίας πληρούν ή όχι κάποια κριτήρια εσωτερικής συνοχής, ασχέτως εάν μπορούν να βαπτιστούν «θεωρητικά» ή «επιστημονικά», το γεγονός και μόνο ότι τείνουν να δημιουργούν εσωστρεφείς κύκλους διανόησης οι οποίοι δεν έχουν –και συχνά ούτε επιχειρούν να αποκτήσουν– έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας με τον «απλό λαό» τα υποβαθμίζει ως μορφές αντίστασης και συμβάλλει στο βασικό στόχο των συγκεντρωμένων κέντρων εξουσίας: να απομακρυνθεί η «αδαής αγέλη» από το δημόσιο χώρο και να μην αναμειγνύεται με «επιστημονικά ζητήματα», όπως είναι η διαμόρφωση του πολιτικοκοινωνικού συστήματος.

Για τον Τσόμσκυ, οι διανοούμενοι οφείλουν να απευθύνονται στις «καταφρονημένες μάζες» και όχι στους στενούς, ομογάλακτους «κύκλους αλληλοθαυμασμού» μιας πνευματικής κοινότητας: «Είναι ευθύνη των διανοουμένων να λένε την αλήθεια και να αποκαλύπτουν τα ψέματα».[27] Σκληρή ερευνητική δουλειά, υγιής σκεπτικισμός και στοιχειώδεις ηθικές αρχές αρκούν για να οδηγηθεί κάποιος σε συμπεράσματα, όπως ότι η συγκεντρωμένη εξουσία είναι επικίνδυνη, ότι η κρατική βία είναι σχεδόν πάντα αδικαιολόγητη και ότι οι πολίτες φέρουν πρωτίστως ευθύνη για την πολιτική της χώρας τους απ’ ό,τι για εκείνη των άλλων κρατών. Ωστόσο αυτές οι κοινοτοπίες, αποφαίνεται ο Τσόμσκυ, δεν βρίσκουν έκφραση στη συμπεριφορά του «κοσμικού κλήρου», των διανοουμένων δηλαδή, απέναντι στην κρατική εξουσία, η οποία χαρακτηρίζεται πρωτίστως από μια διάθεση υποστήριξης και είναι χυδαία απολογητική. Αυτή η λειτουργική αντίληψη της διανόησης παραπέμπει στην ιδέα ενός κοινωνικά υπεύθυνου και πνευματικά ακέραιου διανοούμενου, ο οποίος αγωνίζεται για την ανάκτηση των στοιχείων της ορθολογικότητας και της εργατικής συνείδησης προτού αυτά διαβρωθούν από το κρατικό καπιταλιστικό σύστημα και τους υποστηρικτές του. Το κατά πόσο ο διαρκής αυτός αγώνας εξυπηρετείται από μια διαχειριστική νοοτροπία και τη «θεωρητικοποίηση» του κοινωνικού κόσμου είναι, σύμφωνα με τον Τσόμσκυ, κάτι που βαραίνει τους υπέρμαχούς τους να μας το εξηγήσουν.

Γιώργος Καλπαδάκης

*Θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στον Νόαμ Τσόμσκυ και τον Κώστα Γαβρόγλου για την πολύτιμη βοήθειά τους.

Ο Γιώργος Καλπαδάκης είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Πολιτικό Τμήμα της Νομικής Σχολής Αθηνών.

[1] Βλ. ενδεικτικά: Pierre Vidal-Naquet, Assassins of Memory, NY, Columbia University Press, 1992, Werner Cohn, Noam Chomsky and the Holocaust Deniers, Cambridge, Avukah, 1985, Peter Collier & David Horowitz (επιμ.), The Anti-Chomsky Reader, Encounter Books, 2004.

[2] Ο Τσόμσκυ στο γράφοντα (3/4/05).

[3] Βλ. π.χ., τις επιστολές του στον Robert F. Barsky στο Barsky, Noam Chomsky: A Life of Dissent, MIT Press, 1998, και κάποιες συνεντεύξεις και συζητήσεις του σε δημόσια φόρα στο Διαδίκτυο.

[4] «Noam Chomsky on Postmodernism», LBBS, Z-Magazine’s Bulletin Board, Νοέμβριος 1995.

[5] «Noam Chomsky on Postmodernism», ό.π. Για μια μαρξιστική κριτική της μετανεωτερικότητας, βλ. Alex Callinicos, Against Postmodernism: A Marxist Critique, Polity, Oxford 1989. Για την πολιτική στάση πολλών «δημόσιων διανοουμένων» της μετανεωτερικής Aριστεράς, βλ. ενδεικτικά Christopher Norris, Uncritical Theory: Postmodernism, Intellectuals and the Gulf War, Lawrence and Wishart, London 1992.

[6] Για την ύστατη αναθεώρηση του Φουκώ, βλ. Christopher Norris, «“What is Enlightenment?” Kant according to Foucault», στο Garry Gutting (επιμ.), The Cambridge Companion to Foucault, Cambridge University Press, Cambridge 1994, σελ. 159-196, και Richard Rorty, Objectivity, Relativism and Truth, Cambridge University Press, Cambridge 1991.

[7] «Noam Chomsky on Postmodernism», ό.π.

[8] H συζήτηση δημοσιεύτηκε στο Arnold Davidson (επιμ.), Foucault and his Interlocutors, University of Chicago Press, 1977, και στο Fons Elders (επιμ.), Reflexive Water: The Basic Concerns of Mankind, Souvenir Press, 1974.

[9] Σε μια άλλη τηλεοπτική συζήτηση ο Φουκώ είχε αναφερθεί επιδοκιμαστικά στο αιματοκύλισμα στη Γαλλία τον Σεπτέμβριο του 1792 (στο οποίο περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι που τους βάραινε η υποψία ότι μπορεί να έτρεφαν κάποια συμπάθεια προς τους αριστοκράτες και τη βασιλική οικογένεια δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ), προσθέτοντας ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετείται μόνο «από το άνοιγμα κάθε φυλακής και το κλείσιμο κάθε δικαστηρίου».

[10] Βλ. ιδιαίτερα: Νόαμ Τσόμσκυ, Σημειώσεις για τον Αναρχισμό, Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2000, και τη συνέντευξη του Τσόμσκυ για το πρώτο τεύχος του περιοδικού Black Rose στο C. P. Otero (επιμ.), Language and Politics, Black Rose, 1988, σελ. 166-196. Επίσης, το Joshua Cohen & Joel Rogers, «Knowledge, Morality and Hope: The Social Thought of Noam Chomsky», New Left Review, Νο 187, May/June 1991, σελ. 5-27.

[11] Βλ. Teodor Shanin (επιμ.), Late Marx and the Russian Road: Marx and the Peripheries of Capitalism, Monthly Review Press, 1984.

[12] Noam Chomsky (1966/1983), ό.π., σελ. 66-71, 120 (υποσημείωση 51).

[13] Από το Noam Chomsky, Notes on Anarchism, Εισαγωγή στο Daniel Guerin, Anarchism: From Theory to Practice, Monthly Review Press, 1971.

[14] Βλ. ενδεικτικά: Christopher Hill, The World Turned Upside Down: Radical Ideas During the English Revolution, Viking, New York 1972. Norman Ware, The Industrial Worker, 1840-1860: The Reaction of American Industrial Society to the Advance of the Industrial Revolution, 1924, Quadrangle Books, Chicago 1964. Gordon Wood, The Radicalism of the American Revolution, Vintage, New York 1991. E. P. Thompson, The Making of the English Working Class, Pelican, London 1968.

[15] Noam Chomsky, Understanding Power, Vintage, 2003, σελ. 249.

[16] Ο Τσόμσκυ στο γράφοντα (28/5/05).

[17] «Noam Chomsky on Postmodernism», ό.π.

[18] Noam Chomsky, Understanding Power, Vintage, New York 2003, σελ. 189.

[19] «Δικαιούμαστε να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στην τάση τμημάτων της διανόησης να κατασκευάζουν ιδεατές κατασκευές για τον κόσμο οι οποίες δεν είναι διαφανείς [...] Φυσικά, χρειάζεται πολλή δουλειά εάν κάποιος θέλει να κατανοήσει, για παράδειγμα, τους τρόπους με τους οποίους δημιουργήθηκε η σύγχρονη βιομηχανική οικονομία. Αλλά [ακόμα κι εκεί] η “θεωρία” που θα χρησιμοποιήσουμε θα είναι εξαιρετικά ισχνή, εάν με τη λέξη “θεωρία” εννοούμε κάτι με αρχές που δεν είναι άμεσα φανερές και από τις οποίες δύναται να συναχθούν απροσδόκητα συμπεράσματα που μπορούν κατόπιν να επαληθευτούν», συνέντευξη του Nόαμ Tσόμσκυ στον Mάικλ Άλμπερτ, Ιανουάριος 1993, ZNet.

[20] Π.χ., τη μελέτη του Τόμας Φέργκιουσον για την «επενδυτική θεωρία της πολιτικής». Ο Τσόμσκυ στο γράφοντα (28/5/05).

[21] Language and Responsibility, Pantheon, New York 1979, σελ. 6-7.

[22] Ο Τσόμσκυ στο γράφοντα (28/5/05).

[23] Ο Τσόμσκυ στο γράφοντα (10/5/05).

[24] «Noam Chomsky on Anarchism, Marxism and Hope for the Future», Red and Black Revolution, Νο 2.

[25] Ο Τσόμσκυ στο γράφοντα (10/5/05).

[26] Noam Chomsky, Keeping the Rabble in Line: Interviews with David Barsamian, Main, Common Courage Press, 1994, σελ. 163-4.

[27] Noam Chomsky, «The Responsibility of Intellectuals», The New York Review of Books, 23 Φεβρουαρίου 1967.(Δημοσιευθηκε στο περιοδικο Monthly Review, τ. 13, Ιανουάριος 2006)