Loading...

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Οι εκλογές ως νομικός μηχανισμός


Το κείμενο που ακολουθεί είναι δυο αποσπάσματα κειμένων από την μπροσούρα “Οι αναρχικοί και οι εκλογές”. Η μπροσούρα είναι μετάφραση της ομότιτλης γαλλικής που έβγαλε η ομάδα”Volonte Anarchiste” και μετάφρασε στα ελληνικά ο αναρχικός δικηγόρος και νομικός Βασίλης Καραπλής (έκδοση Ελεύθερος Τύπος, 1981). Σε κάποια σημεία έχει διασκευαστεί σύμφωνα με τα πιο σύγχρονα κι ελλαδικά δεδομένα.


Η διενέργεια των εκλογών συνίσταται στο ότι, δια της ψήφου, δίνεται μια εντολή. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δυο μηχανισμοί που πρέπει να διακρίνουμε:

1. Η ψήφος:

Η ψήφος είναι μια ετυμηγορία, μια «ευχή» που εκφράζει καθένα από τα πρόσωπα που καλούνται να εκφέρουν μια γνώμη.

Η λέξη λοιπόν ορίζει μια τεχνική διαδικασία που παίρνει αρκετές μορφές. Οι αναρχικοί άλλωστε δεν είναι γενικά αντίθετοι στην τεχνική διαδικασία της ψήφου αυτή καθαυτή, με την έννοια της ενδεικτικής ψήφου που δεν έχει αναγκαστικές συνέπειες παρά μόνο για κείνους που το θέλουν.

Για να γίνουμε πιο σαφείς, δεν είναι η ψήφος εκείνο με το οποίο τα ‘χουν οι αναρχικοί; Είναι η εντολή, η μνημειώδης βλακεία που αντιπροσωπεύει μέσα στη σύγχρονη κοινωνία η ψευδό-ανάθεση από το «λαό» της υποτιθέμενης «κυριαρχίας» του.

Το να ψηφίζεις από μόνο του δεν έχει τίποτα το αξιόμεμπτο στα μάτια των αναρχικών. Τι πιο φυσιολογικό απ’ το να εκφράζεις μια γνώμη μ’ ένα ψηφοδέλτιο; Στις εκλογές όμως, η ψήφος δε χρησιμεύει για να εκφράσει κανείς κάποια γνώμη αλλά για να αναθέσει μια εντολή.

2. Η εντολή:

« Η εντολή ή εξουσιοδότηση είναι μια πράξη δια της οποίας ένα άτομο δίνει σ’ ένα άλλο την εξουσία να προβαίνει στην εκτέλεση ορισμένων πραγμάτων για την εκπλήρωση της εντολής, εν ονόματί του»

(Από το γαλλικό αστικό κώδικα, 1984)

Το ν’ αναθέτεις εξουσίες σημαίνει να δίνεις μια εντολή. Κι ο όρος αυτός απαντάται σε δύο τομείς: αστική εντολή στο ιδιωτικό δίκαιο και κοινοβουλευτική, προεδρική κλπ στο δημόσιο δίκαιο. Τ’ αφεντικά γνωρίζουν εδώ και πολύ καιρό την αστική εντολή, κληροδότημα του ρωμαϊκού Δικαίου. Η έννοια όμως της δημόσιας εντολής, της κοινοβουλευτικής εντολής, δεν εμφανίζεται παρά μόνο στα μέσα του 18ου αιώνα. Αν συγκρίνουμε την ιδιωτική με τη δημόσια εντολή, διαπιστώνουμε αμέσως ότι διαφέρουν κατά πολύ; Ή, για να γίνουμε σαφέστεροι, τα αφεντικά δεν έχουν την ίδια αντίληψη για την ανάθεση της εξουσίας στην περίπτωση που πρόκειται για τη διενέργεια πράξεων του αστικού δικαίου, εν ονόματί του από κάποιον μεσάζοντα (αστική εντολή) και στην περίπτωση που πρόκειται για τη διαχείριση του Κράτους (δημόσια εντολή). Ας τις συγκρίνουμε λοιπόν:

ΑΣΤΙΚΗ ΕΝΤΟΛΗ:

α) Αν εκλάβουμε την εντολή με τη γενική της έννοια (πληρεξουσιότητα κλπ), δεν περιλαμβάνει παρά απλές διοικητικές εξουσίες, για συναλλαγές που γίνονται δηλ. στην καθημερινή ζωή.

Για τις σημαντικές πράξεις (πώληση κλπ), η εντολή πρέπει να είναι ρητή, δηλ. να εξουσιοδοτεί τη διενέργεια αυτής ή εκείνης της πράξης ορισμένης με ακρίβεια. Κι ο εντολοδόχος δεν μπορεί να κάνει τίποτα διαφορετικό απ’ αυτό που του ανατίθεται.β) Κάθε εντολοδόχος, με το πέρας της διαχείρισης του, λογοδοτεί στον εντολέα του.

γ) Ο εντολοδόχος είναι υπεύθυνος για τα σφάλματα που διαπράττει κατά την εκτέλεση της εντολής (και πάνω απ’ όλα στην περίπτωση δόλου, δηλ. στην περίπτωση απάτης).

δ) Ο εντολέας, εκείνος που αναθέτει δηλ. την εντολή, μπορεί να την ανακαλέσει όποτε θελήσει.

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΝΤΟΛΗ:

α) Το ψηφοδέλτιο είναι μια εντολή εν λευκώ. Ο υποψήφιος δεν δεσμεύεται σε τίποτα από το πρόγραμμά του (που στην πραγματικότητα δεν υλοποιεί ποτέ). Όμως αυτή η εν λευκώ εντολή του εμπιστεύεται την απόλυτη εξουσία, την κυριαρχία.

β) Αυτοί, στους οποίους ο «λαός» αναθέτει την «κυριαρχία» του, δεν λογοδοτούν ποτέ.

γ) Δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα παραδείγματα καταδίκης κάποιου πολιτικού ιθύνοντος για τα σφάλματά του, ούτε για τον αποδεδειγμένο δόλο του.

δ) Ο πολίτης δεν μπορεί ν’ ανακαλέσει την εντολή του παρά μόνο σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα, τα οποία δεν μπορεί ούτε καν να επιλέξει, εφόσον οι «αντιπρόσωποί» του είναι εκείνοι που αποφασίζουν το ποια στιγμή είναι ευνοϊκή για την ανανέωση της εντολής τους.

Βλέπουμε ότι στην αστική εντολή, ο εντολέας ελέγχει κάθε στιγμή τον εντολοδόχο του και επομένως, λογικά, ο τελευταίος μπορεί να θεωρηθεί σαν αντιπρόσωπός του. Αντίθετα, στη δημόσια εντολή, ο εντολέας δεν ελέγχει τους εντολοδόχους του, παρά μόνο κατά διαλείμματα λίγο πολύ αραιά και πάνω απ’ όλα τη στιγμή που διαλέγουν οι ίδιοι (ας θυμηθούμε τι έγινε τώρα με την πρόωρη προκήρυξη εκλογών). Επιπλέον ο δημόσιος εντολοδόχος δεν λογοδοτεί για τις πράξεις του; Ο πολίτης τον ελέγχει ελάχιστα, αφού ουσιαστικά δεν είναι αντιπρόσωπός του.

Συμπέρασμα: η αστική εντολή είναι περιορισμένη. Η κοινοβουλευτική όμως γίνεται εξαιρετικά ελαστική. Επιπλέον, ο «λαός» αναθέτει σε άλλους τις εξουσίες που εξάλλου του απαγορεύεται να ασκήσει άμεσα, παρά μόνο κατά ένα μικρό μέρος τους. Στην πρώτη περίπτωση, η εντολή είναι ένας μηχανισμός, στη δεύτερη είναι πια μύθος.

Η κυβέρνηση δε στηρίζεται στο «λαό», αυτή τη συμπαθέστατη αλλά αφηρημένη έννοια αλλά δε μια μειονότητα και στην πραγματικότητα σε μέσα εντελώς διαφορετικά από την ψήφο.

Το εκλογικό σύστημα δεν μπορεί να είναι ένα τεχνικό μέσο εκλογής υπευθύνων. Υπάρχει ωστόσο κάποιος λόγος για όλη αυτή τη σπατάλη χρόνου και δημόσιου χρήματος που συνεπάγεται μια προεκλογική εκστρατεία. Αυτό που κατά τα’ άλλα δεν αποτελεί παρά έναν εντελώς απλοϊκό νομικό μύθο, γίνεται στη ζωή μια σημαντική επιχείρηση ψυχολογικής τοξίνωσης: αν η εξουσία της άρχουσας μειονότητας ασκούνταν χωρίς καμιά μάσκα, σύντομα θα γινόταν ανυπόφορη για τους περισσότερους ανθρώπους. Δια της εκλογικής διαδικασίας όμως υποκρίνεται ότι ασκείται εν ονόματι των ίδιων των κυβερνωμένων. Και πέρα απ’ αυτό, μ’ αυτό τον τρόπο τους δίνει κάθε τόσο την εντύπωση ότι συμμετέχουν στην άσκησή της. Για μια μέρα ο απλός άνθρωπος μπορεί αν έχει την εντύπωση ότι κατέχει την εξουσία. Για μερικές εβδομάδες, όλοι οι πολιτικοί όλων των κομμάτων, «επαναστατικών» και μη, θα προσπαθήσουν να τον κάνουν να πιστέψει πως είναι σημαντικός, πως η γνώμη του μετράει. Πετυχαίνει γενικά αυτό; Και ναι και όχι. Ναι, εφόσον οι περισσότεροι άνθρωποι ψηφίζουν. Όχι, επειδή το ποσοστό της αποχής είναι ενίοτε ενοχλητικό και πάνω απ’ όλα γιατί οι περισσότεροι από κείνους που ψηφίζουν το κάνουν χωρίς ενθουσιασμό, απλά επειδή πρέπει να κάνουν κάτι. Για πολλούς απ’ αυτούς, η ζωή αναλαμβάνει να τους επαναφέρει στην πραγματικότητα.

ΤΙ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

Η κλασική αντιεκλογική θέση μας φαίνεται ανεπαρκής. Οι περισσότεροι εκλογείς συμφωνούν στο θέμα της γελοιότητας της εκλογικής πρακτικής, όμως εξακολουθούν να ψηφίζουν, επειδή δεν βλέπουν άλλη δυνατότητα.

Η αντικοινοβουλευτική – αντιεκλογική προπαγάνδα δεν αρκεί, πρέπει να προτείνουμε κάτι άλλο. Αυτό το «άλλο» μπορεί να τοποθετηθεί σε δύο προοπτικές:

Μια μακροπρόθεσμη – η αλλαγή αυτού του μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης προς ένα άλλο, πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο, αληθινά δημοκρατικό και Μια βραχυπρόθεσμη, καθημερινή – η ενθάρρυνση και η ατομική συμμετοχή (σε ορισμένες περιπτώσεις και η ομαδική ή ομοσπονδιακή) στην καθημερινή κοινωνική δραστηριότητα, για να μπορέσουμε να υποκινήσουμε τις πρωτοβουλίες, τις προσδοκίες, τις ανάγκες που πηγάζουν από τη βάση, δηλ. από τα πλατιά στρώματα των καταπιεσμένων.

Τέτοια παραδείγματα αμεσοδημοκρατικής, συμμετοχικής διαχείρισης των κοινών υποθέσεων αφθονούν στην ιστορία τόσο σε μικρή όσο και μεγαλύτερη κλίμακα, αλλά και σήμερα στον ελλαδικό χώρο υφίστανται πολλές αυθόρμητα, πρωτοβουλιακά συγκροτημένες συλλογικότητες πολιτών που στη βάση της γενικής συνέλευσης της γειτονιάς και της αυτοοργάνωσης διεκδικούν με απτά αποτελέσματα ότι κρίνουν ότι αφορά κι επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητά τους, με διάφορα κριτήρια (π.χ. με τη διεκδίκηση και προστασία των δημόσιων χώρων και πάρκων των συνοικιών και των πόλεών τους, με τις καμπάνιες για την ελεύθερη πρόσβαση σε παραλίες, τις κινητοποιήσεις ενάντια σε έργα που υποβαθμίζουν το χώρο που ζουν και πολλά άλλα ).

Η ελευθεριακή οργάνωση της κοινωνικής ζωής δεν είναι παρά έκφραση ενός προωθημένου κι αποτελεσματικού εκδημοκρατισμού: ένα πλήθος από τοπικές (ή κλαδικές κλπ) οργανώσεις, όσο το δυνατόν περισσότερο αυτόνομες (άρα όσο το δυνατόν ώριμες κι υπεύθυνες), ενωμένες κατά συνοικία, περιφέρεια, εδαφική ενότητα κι επίσης ενωμένες βάσει της ομοιότητας των σκοπών, των συμφερόντων και των κοινών αναγκών πάνω στη βάση της αλληλοβοήθειας και της αυτοδιαχείρισης.

Τέτοιες οργανώσεις, ομαδοποιήσεις, συνομο-σπονδιοποιήσεις ανθρώπων είναι φαινόμενα που πάντα υπήρχαν μέσα στην κοινωνική ζωή κι εξακολουθούν να υπάρχουν και να δραστηριοποιούνται και σήμερα, παντού. Κατά συνέπεια δεν πρόκειται για μια θεωρητική υπόθεση. Οι αντιεξουσιαστικές αντιλήψεις για τη συλλογική διαχείριση των κοινών μέσα από αμεσοδημο-κρατικούς, συμμετοχικούς και άλλους αντιθεσμούς που οι άνθρωποι ελεύθερα φαντάζονται και υλοποιούν δεν είναι απλά ιδέες των όπου γης αναρχικών κινημάτων; αποτελούν επιτακτική αναγκαιότητα σε ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που οι αντιφάσεις και οι παραλογισμοί του έχουν οδηγήσει σήμερα σε μια πολυδιάστατη, οριακή κρίση που ωθεί την ανθρωπότητα και τη Φύση σε οριστικό αφανισμό.

Επιμέλεια: Ανέστιος